Ο χτύπος στην πόρτα.

       Σου έχει τύχει και σένα. Είμαι σίγουρη. Να είσαι κάπου,  σχεδόν ολομόναχος και να ακούς ήχους η’ να νιώθεις κινήσεις που να σου φέρνουν χαρά και συγκίνηση γιατί σημαίνει πως έρχονται αγαπημένα σου πρόσωπα. Να ακούς τον ήχο ενός συγκεκριμένου αμαξιού, τον ήχο από μια αρμαθιά κλειδιά , ένα σκύλο που γαυγίζει, ήχο από συγκεκριμένες πατημασιές  και να χαίρεσαι γιατί ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα δεις κάποιον που αγαπάς. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ;

       Να μαι και εγώ εδώ λοιπόν, ολομόναχη στο σπίτι.  Το παιδί μόλις έχει κοιμηθεί και εγώ μαζεύω τα πιάτα στην κουζίνα. Ακούω χτύπο στην πόρτα, ελαφρύ και γνώριμο. Κοιτάω την ώρα ασυναίσθητα. Εννέα παρά.  Εκείνος είναι. Την ώρα που επιστρέφει σπίτι, σταματάει για λίγο να δει τη μικρή. «Έρχομαι». Παλιά χτυπούσε το κουδούνι αλλά την ξυπνούσε και του είπα να κτυπάει την πόρτα και εγώ θα έχω το νου  μου και θα ανοίγω. Ξαναχτυπάει. «Έρχομαι». Πλησιάζω  προς την πόρτα. Χτυπάει ακόμη . «Έρχομαι σου λέω». Ρε παιδί μου όσο κουρασμένος και να είναι, εδώ, να δώσει παρών. Συνεχίζει να χτυπάει. Πλέον είμαι  στο χερούλι της πόρτας και ανοίγω.

          Δεν είναι κανείς. Φυσικά και δεν είναι κανείς. Ο μπαμπάς μου έχει φύγει τρία χρόνια. Τρία χρόνια έχει πάψει να σταματάει, σχεδόν  κάθε βράδυ,  για να δει για λίγο το Λυδόνι . Όμως τώρα ξαφνικά , θα έδινα όρκο πως πραγματικά άκουσα εκείνο το χτύπο, το γνώριμο, στην πόρτα. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι; Και πραγματικά πίστεψες πώς αν το κάνεις όπως το έκανες πριν τρία χρόνια, θα άλλαζαν όλα και στην άλλη άκρη της πόρτας θα ήταν όντως ο μπαμπάς σου. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ; Να ξέρεις πως είναι αδύνατον να συμβαίνει αυτό που θα ήθελες αλλά να ελπίζεις πως ίσως και γίνει; Σαν το άσχημο τέλος μιας ταινίας που ξαναβλέπεις και εύχεσαι αυτή τη φορά να έχει αλλάξει το φινάλε. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ;

         Κλείνω την πόρτα. Η φαντασία μου ακούει ακόμη τη φωνή.

«Νάνσυ άνοιξε, την πρόλαβα;»

Α ρε πατέρα …την πρόλαβες αλλά για λίγο.

Υ.Γ. Ακούς αυτό.

Advertisements
Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Προσοχή: το αεροπλάνο περιέχει τοποθέτηση ανηλίκου.

        Είχαμε καιρό να πάμε ταξίδι αεροπορικώς με Λυδόνι και είχα ξεχάσει την αίσθηση. Αυτό την αναμονής, της απέραντης χαράς, του ενθουσιασμού, της έξαψης. Οκ δεν είναι όλα τόσα ρόδινα. Τι εννοείς μην είμαι αυστηρή και στρίγγλα; Αρχικά θα είμαι άμα θέλω, δικό μου ποστ είναι τούτο και πουλάω όποια μούρη θέλω  και δεύτερον δεν έχεις ιδέα τι έγινε.

      Το ξυπνητήρι ήταν για τις 6.15. Κοιμόμαστε μαζί γιατί λείπει ο πατέρας της (ναι, ναι ξέρω, τεράστιο παιδαγωγικό λάθος. Συμπλήρωσε μια αίτηση και βαλε το στην ντάνα με τα άλλα παιδαγωγικά μου λάθη και προχώρα ). 5.00 νιώθω κάποιον να μου ανοίγει τα βλέφαρα «μαμά κοιμάσαι ;», « όχι πια αγάπη μου. Τι θες;» , «είπα να σε ξυπνήσω μήπως σε πάρει ο ύπνος και αργήσουμε ως συνήθως (κάνε παιδί να δεις καλό ε;). έχω αγωνία με το ταξίδι, πότε θα πάμε στο αεροπλάνο;». τι να της απαντήσω τώρα; Πως πρέπει πρώτα να έρθει η ώρα της πτήσης και όχι σαράντα ώρες πριν; Δεν είπα τίποτα, σηκώθηκα στην μαύρη νύχτα.  Ο σκύλος-φονιάς, ο άγρυπνος φρουρός του σπιτιού μας, ροχάλιζε τόσο πολύ που μου ερχόταν να τον δώσω επιτόπου για υιοθεσία προκειμένω να μην τον βλέπω. Έκανα πρωινό για να περάσει η ώρα και για να μην ξανακοιμηθώ. Άλλωστε τα είχα όλα στην εντέλεια –κρεμασμένα ρούχα στις καρέκλες της κουζίνας, τσάντες έτοιμες με όλα τα πράγματα μέσα ταχτοποιημένα κλπ. Στο σημείο αυτό εύχομαι να μην με διαβάζει κανένας φίλος μου αγαπημένος παρά μόνο εσύ μοναδικέ μου αναγνώστη άρα το πούλημα μούρης για την οργάνωση μου, να πιάσει τόπο. Ήρθε το ρημάδι το ταξί, μπήκαμε μέσα. Ακόμα τσίτα το κορίτσι μου , πότε φτάνουμε ηχούσε στα αυτιά μου ανά πέντε λεπτά. Για κακή μας τύχη, το ταξί είχε μια σούπερ κουλ θέση πίσω από τη θέση του  οδηγού που ρυθμίζεται στο ύψος για παιδάκια. Για ακόμη πιο κακή μας τύχη, την έδειξε στο Λυδόνι. Για το τέρμα της κακής μας τύχης, τη χάλασε από το ανεβοκατέβα του κουμπιού μέχρι να φτάσουμε αεροδρόμιο. Ο οδηγός είπε δεν πειράζει, θα την φτιάξω, παιδιά είναι. Έβγαλα μόνη μου τις βαλίτσες και δεν μας είπε καλό ταξίδι. Για κλανιάρηδες ανθρώπους σαν εμένα, αυτό ήταν κακό σημάδι αλλά δεν έκανα σκηνή.

            Μπαίνουμε στο αεροδρόμιο, έχει κάνει τσεκ ιν το αγόρι από προχθές. Θέλει καρότσι λέει, πάμε για καρότσι δεν έχω ψιλά, δεν παίρνει το μηχάνημα χαρτονομίσματα. Πάω και παίρνω νερό, πάμε πίσω στο καρότσι, παίρνουμε καρότσι. Το Λυδόνι έχει πιει ήδη το μισό μπουκάλι νερό. Έκανες τσίσα πριν φύγουμε; Όχι. Θέλω τώρα. Πάμε για τσίσα. Σέρνω ένα καρότσι με βούληση και πείσμα, τουτέστιν με πάει όπου θέλει. Περνάμε έλεγχο, μου φαίνεται πως  με λυπηθήκαν και δημιούργησαν ειδική γραμμή για μας τις δυο. Ωραία φάση. Στο μηχάνημα έλεγχου, το Λυδόνι κοιτάζει αναλυτικά τη λίστα με τα πράγματα που ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να έχεις στην τσάντα σου. «μαμά είσαι σίγουρη πως δεν το έχεις  αυτό στην τσάντα σου;» άκουσα τη γλυκεία φωνή του παιδιού μου. « Όχι αγάπη μου είναι τα υγρά των φακών μου αυτά, όχι εκρηκτικό.» Ήρθε η σειρά μας. Έβαλαν και τη μικρή να αδειάσει τη τσάντα  του ώμου. Τότε είδα πως έχει πάρει μαζί της 7 κραγιόν και 3 μανό. Στην πτήση.

 

            Μετά τον έλεγχο, χαζεύουμε τα μαγαζιά. Δεν παίρνουμε τίποτα Λυδόνι, έχουμε ταξίδι μπροστά μας, δεν σπαταλάμε τα χρήματα. Της είχα πει κάποτε πως οι τσίχλες βοηθάνε στο βούλωμα των αυτιών. Πήρε οχτώ πακέτα. Εγώ πήρα γεμιστά μπισκότα (δεν σε νοιάζει αλλά είπα να το πω τώρα μπας και το διαβάσει κανένας διαιτολόγος και με αναλάβει αφιλοκερδώς γιατί μόνη μου θα γίνω σαν διπλόφυλλη ντουλάπα). Τώρα θέλει πάλι τσίσα γιατί φυσικά ήπιε και δεύτερο μπουκαλάκι νερό (να είμαι ειλικρινής πόνεσε όταν έπρεπε να το πετάξει στον έλεγχο και το ήπιε μονορούφι). Φτάνουμε επιτέλους  στο Gate. Στο λάθος Gate από ότι αποδείχτηκε μετά γιατί πρώτον πήγαμε ξανά για τσίσα και χάσαμε την ανακοίνωση της αλλαγής και  με το ζόρι προλάβαμε τρέχοντας να πάμε στο καινούργιο Gate, αν λάβεις υπόψη σου ότι είχαμε  και το καρότσι πάω όπου με πάει η καρδιά μου, αν με πιάνεις.

          Μετά την κούρσα θανάτου και επειδή είμαι και μάχιμη μάνα στις καθυστερήσεις (παντού και πάντα, φτάνω τελευταία), μπαίνουμε επιτέλους στο αεροσκάφος. Το Λυδόνι σέρνει βαλίτσα και γενικά πολύ συνεργάσιμη και συνεπής. Θέλει παράθυρο, επιμένει  να κρατήσει τη χειραποσκευή κοντά της γιατί «θα χρειαστεί κάποια πράγματα». Τη βάζω πάνω και κρατάει μόνο το τσαντάκι_που_είναι_γεμάτο_κραγιόν. Κάθεται παράθυρο .  Μέχρι να ταχτοποιήσω βαλίτσες , βγάλω μπουφάν και κάτσω και εγώ , έχει ήδη κολλήσει το κάλυμμα παραθύρου από το άνοιξε κλείσε. Βάζουμε ζώνη. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Αγάπη μου, δεν έχει μπει ακόμη ο κόσμος. Θέλω τσίσα. Πρέπει να περιμένεις λιγάκι. Δεν μπορώ. Θα περιμένεις, δεν έχεις άλλη επιλογή.

        Κάθεται μια κυρία δίπλα μου, στην ακριανή θέση διάδρομος και μόλις δένει ζώνη, πέφτει και κοιμάται. Με ροχαλητά κιόλας.  Έχει αρχίσει διαδικασία απογείωσης , εγώ ζω τα δράματα  μου (τα έχουμε πει εδώ ) και το παίζω κουλ και κάνω πως χαζεύω ενώ είμαι ειλικρινά χεσμένη ολόκληρη. Το Λυδόνι πράγματι κουλ, τσιρίζει με ενθουσιασμό όποτε κουνάει το αεροπλάνο ή έχει κραδασμούς και γενικά έχει μοιάσει στον πάτερα της και όχι σε μένα στο θέμα «χέσιμο πάνω σου στο αεροσκάφος».  «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου να μας σερβίρουν πρώτα να φάμε. Τι ήθελα και το θύμισα; Ανοίγει το τραπεζάκι της. Όχι, λάθος. Αρχίζει να ανοιγοκλείνει το τραπεζάκι της. Συνέχεια. Κάποια στιγμή το φρακάρει και δεν μπορεί πια να το ανεβάσει. Γκρινιάζει. Δεν ξέρει λέει τι να κάνει με την τραπεζάρα ανοιγμένη μπροστά της. Θα βγάλει λέει παπούτσια. Τα βγάζει.

          «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Σε λίγο  καρδιά μου . θέλω τσίσα. Βγαίνουμε στο διάδρομο σκαρφαλώνοντας πάνω από το σφηνωμένο τραπεζάκι, την κυρία που ροχαλίζει και διαπιστώνω πως έχει ήδη προλάβει να βγάλει παπούτσια και κάλτσες… πάμε ξυπόλητοι. Στο μπάνιο τα κλασσικά, πατάει όλα τα κουμπιά, πετάει όλα τα χαρτιά σε όποια εσοχή έχει και γενικά τα κάνει όλα και στο τσακ θυμόμαστε πως είχαμε έρθει για τσίσα και ακόμη δεν έχει γίνει τίποτα. Επιστρέφουμε στο κάθισμα, πάλι σκαρφάλωμα στη ροχαλιστή κυρία και πίσω στη θέση μας. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου, τώρα έρχεται το φαγητό. Έρχεται όντως το φαγητό. Και καίει όσο τίποτα. Ζητάει και νερό και χυμό και παγωμένο τσάι. Δεν χωράει στο τραπεζάκι και έχει γεμίσει ότι τσεπάκι έχει γύρω της. Δεν της αρέσει το φαγητό λέει (οκ δεν έχει και τόσο άδικο ). . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». μόλις τελειώσω και εγώ το φαγητό και μας τα μαζέψουν, θα μας έχει μείνει πολύ λιγότερος χρόνος για να φτάσουμε. Εγώ φυσικά τα τρώω όλα. Και Λυδονιού. Μα το θεώ και άσχετα με τούτο το ποστ, περιμένω με λαχτάρα (και προφανώς θα την περιμένω για κάμποσα χρόνια ) τη μέρα που θα φάω κάτι και ΔΕΝ θα μου αρέσει. Αφού δεν έφαγε τίποτα, προσπαθεί να πιει ότι  έχει και δεν έχει μπροστά της. Μαμά βαρέθηκα. Να παίξουμε κάτι να περάσει η ώρα. Ναι μαμά να παίξουμε, όμως τώρα θέλω τσίσα πραγματικά. Ξαναρχίζει ο αγώνας. Αυτή τη φόρα πιο σκληρός γιατί πρέπει να σκαρφαλώσουμε το χαλασμένο της τραπεζάκι, το δικό μου που είναι γεμάτο αποφάγια δυο μενού, την κομισμένη, ροχαλίζουσα  κυρία με το άθικτο δίσκο μπροστά της, τα καρότσια με το πρωινό που μοιράζονται στα άλλα καθίσματα, τον κόσμο που τρώει και δεν έχει την ανάγκη σου κυρά μου και μετά να φτάσουμε στην τουαλέτα. Και στο γυρισμό τούμπαλιν. Επιτέλους έγιναν όλα και καθόμαστε στο κάθισμα. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». έλα αγάπη μου να παίξουμε να περάσει η ώρα σου. Παίζουμε Uno. Στο δεκάλεπτο έχει βαρεθεί και από τη βαρεμάρα αφήνει να της πέσουν όλα τα χαρτιά κάτω. Διπλή τράπουλα. Πέφτει στα τέσσερα να τα μαζέψει. Χώνεται κάτω από τα καθίσματα για κανένα 10λεπτο (μου φάνηκε αιώνας γιατί σταμάτησε το «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;» ) και ειλικρινά έχω πιστέψει πως έχει πάει στα υπόγεια και ταχτοποιεί βαλίτσες. Επιστρέφει αναψοκοκκινισμένη (πόσο όμορφη!) και με μιάμιση τράπουλα. Δεν βρίσκω τα άλλα. Δεν πειράζει. Κάτσε να χαλαρώσουμε και να κοιμηθούμε. Κλείνω μάτια, έχω ξυπνήσει από τις 5 διάολε και είναι 10,30. Νομίζω πως έχουν περάσει 7 χρόνια ύπνου όταν νιώθω χεράκι να με σκουντάει : «μαμά κοιμάσαι; Έχω ένα πρόβλημα». Ανοίγω μάτια. Δίπλα μου είναι ένα πρώην επτάχρονο και νυν απροσδιορίστου ηλικίας, με 22 στρώσεις κραγιόν και βαμμένα νύχια, μαζί με τα δάχτυλα. Τι έκανες παιδί μου; Έβαζα κραγιόν, μα κουνούσε. Το ίδιο και στο μανό. Κοιτάω τριγύρω, έχει βάψει λίγο τον τοίχο, το μπροστινό κάθισμα, το τραπεζάκι που δεν κλείνει και το κολάν της. Βγάζω μωρομάντηλα, καθαρίζω ότι μπορώ, πάω τουαλέτα και φέρνω υγρό σαπούνι και καθαρίζω τα υπόλοιπα. Της βγάζω το κραγιόν γιατί ήταν κινούμενος κίνδυνος, οπού ακουμπούσε το έκανε θα ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη. Επιτελούς ηρεμεί γιατί της έβαλα χέρι με το τελευταίο επίτευγμα . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;».  Όπου να ναι και τσουπ ακούγεται από τα μεγάφωνα πως ξεκινάμε διαδικασία προσγείωσης. Δενόμαστε και τα σχετικά, εγώ κάνω τους έξτρα σταυρούς μου και προσευχές και μέσα στην ησυχία, ακούγεται φωνούλα «μαμά θέλω κακά, μάλλον διάρροια γιατί δεν μπορώ να κρατηθώ».

             Είμαστε στο βανάκι που ήρθε να μας παραλάβει από το αεροδρόμιο για να μας πάει στο ξενοδοχείο . Πριν από αυτό, το Λυδόνι αφού έφαγε πόρτα με τα κακά στο αεροπλάνο  και ήταν πολύ απελπισμένη, προσπάθησε να ηρεμήσει για να ξεχάσει τον νταλγκά της. Ηρέμησε μάλλον πολύ γιατί 10 λεπτά πριν ακουμπήσουμε στο έδαφος, κοιμήθηκε βαριά. Τόσο βαριά που μείναμε τελευταίες στο αεροσκάφος περιμένοντας να ξυπνήσει. Και δεν ξυπνούσε με τίποτα και την πήρα στα χέρια. Και μου κουβάλησε τις βαλίτσες η διπλανή, ροχαλιστή κυρία που ξύπνησε φρέσκια, φρέσκια και ζωηρή.  Και μετά τις φόρτωσα στον οδηγό του βαν που ήμουν έτοιμη να του γράψω ότι έχω και δεν έχω σε ακίνητη περιουσία προκειμένω να με βοηθήσει. Και τώρα είμαστε εδώ. Είμαι πτώμα και το κοριτσάκι μου φρέσκο και ροδαλό. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». σε λίγο αγάπη μου. Έλα να χαζέψουμε έξω την πόλη. Αααα μαμά, έχει νερό, πολλά μπουκάλια. Θα τα πιω.

Όχι ρε φίλε.

😛

*Ακούς αυτό. Με το ζόρι αν χρειαστεί γιατί αγαπώ.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | Σχολιάστε

Τόπος γέννησης (ο).

        Θυμάμαι, από πάντα, να μου λείπει η Αθήνα όποτε πήγαινα ταξίδι ή διακοπές. Όσο ωραία και αν περνούσα, όσο ερωτευμένη, όσο σε προσωπικό παράδεισο κι αν ήμουν, πάντα μου έλειπε η Αθήνα. Όχι το σπίτι μου, η Αθήνα. Πίστευα πως ποτέ και για κανέναν λόγο δεν θα μπορούσα να ζήσω μακριά της. Ακόμα και για τόπους που έχω αγαπήσει όσο τίποτα #εκείνο_το_νησί, ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα μπορούσα να παρατήσω την Αθήνα και να φύγω για πάντα εκεί.

        Μεγαλώνοντας και ξεκινώντας και ταξίδια σε άλλες χώρες , άρχισα να νιώθω το ίδιο και για την πατρίδα μου. Εκείνο καλύτερο, το άλλο έτσι, το παράλλο γιουβέτσι αλλά σαν την Ελλάδα και τον ήλιο της, πουθενά. Με θυμάμαι να επιστρέφω από κάποιο προορισμό  και να κάθομαι, για ώρα, και να χαζεύω το γαλανό του ουρανού της Αττικής ή τη λάμψη του ήλιου της. Και να γυρίζω με αγωνία για να δω φίλους και συγγενείς και να μοιραστώ μαζί τους, τα όσα έζησα ή  έζησαν εκείνοι.

       Δεν είναι πια έτσι τα πράγματα. Τώρα κάθε φορά που γυρίζουμε από μια εκδρομή ή από διακοπές κάπου στην Ελλάδα, κάθε φορά, μα κάθε φορά στο δρόμο της επιστροφής, έχω ήδη ξεχάσει όσα έζησα στο εν  λόγω ταξίδι και αναλογίζομαι τι με περιμένει στην Αθήνα : υποχρεώσεις, πληρωμές, χρέη. Και μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας, σε όλη τη διαδρομή, αναμετρώ και υπολογίζω την πραγματικότητα που μας περιμένει. Αυτή τη σκληρή πραγματικότητα που πλέον δεν αστειεύεται και ούτε αφήνει περιθώρια προσαρμογής και αναλγησίας.

        Θα βιαστείς να μου πεις πως μεγάλωσα και τα βλέπω αλλιώς. Θα βιαστώ να σου απαντήσω πως όντως μεγάλωσα αλλά εξακολουθώ να βλέπω άλλα με παιδικό μάτι –ακόμα μου αρέσει η μυρωδιά της βρεγμένης γης, απολαμβάνω και γίνομαι σαν μούργος όταν τρώω ένα απολαυστικό παγωτό, κυλιέμαι στο πάτωμα σαν μικρό παιδί αν μου δοθεί η ευκαιρία και ιδανικά θα ήθελα να κυκλοφορώ μόνιμα ξυπόλυτη – γιατί όχι αυτό; Γιατί να μου φταίει μόνο για αυτό η ηλικία μου; Θα βιαστείς να μου πεις πως μεγάλωσα και πλέον έχω οικονομικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Θα σου απαντήσω πως το πόσο αγαπάς τον τόπο σου δεν έχει να κάνει με οικονομικές υποχρεώσεις και δεύτερον όσο ήμουν πιο μικρή,  θα ήταν πιο λογικό να μην έχω συναισθηματικές δεσμεύσεις με ένα μέρος παρά μεγαλώνοντας.

      Και όσο παίρνει ο καιρός, τα πράγματα ζορίζουν : τις προάλλες, γυρνώντας από το εξοχικό του αγοριού μου, είχαμε πάει για τις διακοπές του Πάσχα, έπιασα τον εαυτό μου σε όλη την διαδρομή και προκειμένο να μην ψυχοπλακώνομαι, πάλι,  σκεπτόμενη τις υποχρεώσεις και τα ζόρια που με περιμένουν πίσω στην Αθήνα, να σκέφτομαι ιδέες και λύσεις για να μπορέσουμε να ζήσουμε μόνιμα στο εξοχικό. Η’ προσπαθούσα να ζυγίσω μέσα στο κεφάλι μου τα υπέρ και τα κατά της επαρχίας έναντι της Αθήνας και πάντα έβγαινε 1-0.

         Η΄όπως τώρα :είμαι σε ένα ταξί και πηγαίνω να βρω το αγόρι μου. Με περιμένει σε ένα υπέροχο εστιατόριο της Μαδρίτης. Χαζεύω την πόλη από το ταξί, την έχω ερωτευτεί. Είναι τόσο ωραία με τόσο απλά πράγματα: μεγάλοι δρόμοι, μεγάλα πεζοδρόμια, καθαρή, γεμάτη δέντρα και πάρκα και με ωραία, παλιά και διατηρητέα κτίρια. Γιατί να μην είναι και η πόλη μου έτσι; Γιατί να έχει γίνει τόσο άσχημη; Κάποτε έλεγα πως ο τόπος μου είναι ο ωραιότερος του κόσμου, που πήγε αυτό; Κρατάω το Λυδόνι αγκαλιά και σκέφτομαι, άραγε θα προλάβει να δει ξανά εκείνη την ωραία Αθήνα που αγάπησε η μάνα της; Άραγε καταλαβαίνει πόσο διαφορετική από τη Μαδρίτη είναι η Αθήνα ή μόνο εγώ έχω χάσει το ρομαντισμό μου μέσα σε αυτό το ταξί; Θέλω να κλάψω για την πόλη μου που δεν αγαπάω πια και η λαμπερή Μαδρίτη που καθρεφτίζεται στα τζάμια, δεν με αφήνει.

          Φτάνουμε στο τραπέζι, λαμπεροί, ευτυχισμένοι άνθρωποι μας περιμένουν για να φάμε παρέα. Κάθεται τυχαία δίπλα μου, μια κυρία. Γιατρός, γύρω στα 55 και με μια απροσδιόριστη σπίθα στη ματιά της. Μου πιάνει κουβέντα, θέλει να πιάσει κουβέντα μαζί μου, είναι ξεκάθαρο. Οι προγονοί της είναι Κέλτες, Σικελοί και Ισπανοί. Εκείνη γεννήθηκε στην Αργεντινή και ζει εκεί. Κάθε χρόνο προσπαθεί έστω για μια φορά, να ταξιδεύει και τα συναντά τους συγγενείς που είναι διασκορπισμένοι στα πέρατα της γης. Για  να διατηρήσει τις ρίζες της μου λέει, είναι σημαντικό να ξέρεις από πού κρατάς γιατί μόνο έτσι μπορείς να φτάσεις κάπου. Ομως εκείνη νιώθει πως δεν ανήκει πουθενά, έχει συγγενείς της σχεδόν σε  όλες τις ηπείρους και εκείνη δεν ανήκει πουθενά. «Ξέρεις τι έχω ζητήσει άμα πεθάνω; Να σκορπίσουν τη στάχτη μου στο Σούνιο. Μόνο εκεί θα ήθελα να ανήκω, μόνο εκεί θέλω να είμαι δεμένη. Αν μπορώ  να έχω κάποτε μια πατρίδα που αξίζει να αγαπώ , θέλω να είναι η Ελλάδα. Και θα είμαι πολύ περήφανη για αυτό.» 

           Κάποτε έλεγα πως ο τόπος μου είναι ο ωραιότερος του κόσμου. Τώρα ξέρω καλά πως ποτέ δεν ήταν. Ήταν απλά τόσο μεγάλη η αγάπη μου που δεν έβλεπα τίποτα άσχημο ή αρνητικό σε τούτο τον τόπο. Αρα το μόνο που άλλαξε , είναι το μέγεθος της δικής μου αγάπης, όλα τα άλλα έμειναν ίδια. Και αυτή η κυρία που έκατσε τυχαία δίπλα μου, απόψε το βράδυ, ήρθε απλά και μόνο για να μου το θυμίσει.

            Είμαστε πια στο ταξί της επιστροφής, το Λυδόνι έχει γύρει και κοιμάται δίπλα μου. Σκέφτομαι εκείνη την γυναίκα και όλα όσα είπε..πλέον είμαι βουρκωμένη. Και μου έρχεται μια μυρωδιά από έξω, από την λαμπερή Μαδρίτη. Και κλείνω τα μάτια μου και νιώθω πως  είμαι σε μια βραδιά, πριν χρόνια, στην πλατεία Μαβίλης. Μύριζε ακριβώς το ίδιο. Και εγώ ήμουν ευτυχισμένη!

Ναι μωρέ, μπορώ να τον ξαναγαπήσω τούτο τον τόπο.

 

 

Υ.Γ1. Αφιερωμένο σε εκείνη.

Υ.Γ2. Ακούς αυτό.

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , | Σχολιάστε

Χάνοντας. #απώλεια

         Στα 10 μου περίπου χρόνια, έχασα τον πρώτο μου σκύλο. Τον είχα δεν τον είχα δύο χρόνια και ξαφνικά ένα πρωινό, ήταν το τελευταίο πρωινό που τον έβλεπα. Δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τη ματαιότητα τούτου του κόσμου, κυρίως του κόσμου του σκύλου μου και βίωσα με συνοπτικές διαδικασίες, όλα αυτά που έπονται του θανάτου ενός τετράποδου. ΑΠΩΛΕΙΑ.

        Στα 12 μου  θυμάμαι να ακούω από το διπλανό δωμάτιο, την τελευταία ανάσα της γιαγιάς μου. Έκανα πως κοιμόμουν όμως είχα συντονιστεί με το κλάμα της μάνας μου και δεν μπορούσα να κλείσω μάτι. Θυμάμαι που είπαν «περίμενε να έρθει η μεγάλη από το Βόλο και ξεψύχησε». Θυμάμαι τη μάνα μου να κλαίει, για χρόνια, τα πρωινά, στην άκρη του κρεβατιού της. Μου λείπει η μάνα μου, μου έλεγε. ΑΠΩΛΕΙΑ.

        Στα χρόνια του γυμνάσιου θυμάμαι ένα, μεγαλύτερης ηλικίας συμμαθητή μου, να ξεψυχάει πάνω στις γραμμές του τρένου Κηφισιά-Πειραιάς. Λίγο πριν τη στάση Περισσός ήταν η τελευταία του ανάσα και η πρώτη φόρα που ερχόμουν αντιμέτωπη με τη σκληρή ζωή που στερεί από τους φίλους και την οικογένεια του, ένα 16χρονο αγόρι. ΑΠΩΛΕΙΑ.

        Στα  28 μου χρόνια αποχαιρέτησα την ψευδαίσθηση της προηγούμενης-υποτίθεται –ευτυχισμένης  ζωής και κυνήγησα αυτό που λαχταρούσε η καρδιά μου. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη όμως θρηνούσα τα λάθος χρόνια, τα χαμένα, τις άκυρες επιλογές , το πόσο επιπόλαια φέρθηκα. ΑΠΩΛΕΙΑ.

        Στα 37 μου έχασα το μωρό μου. Είχαν προηγηθεί και άλλα πριν αλλά σε πολύ πιο πρώιμο στάδιο κύησης. Στα 37 μου καταγράφηκε στην ψυχή μου το νεκρό παιδί μου. Θρήνος ναι. Και πόνος. ΑΠΩΛΕΙΑ.

         Στα 40 μου χρόνια, έκανα ένα από τα ωραιότερα πάρτι της ζωής μου. Κλείναμε τα σαράντα και μαζί με τις « δεν ξέρω πως θα ήταν η ζωή μου αλλιώς»  κολλητές μου και αποφασίσαμε να το γιορτάσουμε . Αν το γιορτάσαμε λέει; Τα ξημερώματα εκείνης της  μέρας, φεύγοντας από το πάρτι μας, εξαιτίας του πάρτι μας θα σκεφτώ εγώ , ξεψύχησε στην άσφαλτο ένας αγαπημένος, παιδικός μας φίλος. Την άλλη μέρα, μαζευτήκαμε ξανά. Εμείς οι ίδιοι, στην κηδεία του. ΑΠΩΛΕΙΑ.

        Τα τρία τελευταία χρόνια, αποχαιρετώ γονείς. Γονιό δικό μου, γονείς εξ αγχιστείας, γονιούς ανθρώπων που πλέον είναι μέρος της ζωής μου. Θα μου πεις αυτή είναι η πορεία της ζωής. Θα σου πω πως αυτή η απώλεια έχει ένα ξερίζωμα της ψυχής που δεν το είχα ξανασυναντήσει. Σαν να αλλάζουν εντός σου, όλα όσα μέχρι τώρα θεωρούσες αληθινά και δικά σου. Επαναπροσδιορίζεσαι. ΑΠΩΛΕΙΑ.

            Σε όλα όσα ανέφερα και έζησα στη διάρκεια της ζωής μου και σε άλλα τόσα που δυστυχώς έχω βιώσει μέσω φίλων και γνωστών, ένα έχω καταλάβει : το μόνο πράγμα που με έχει κάνει, αν με έχει κάνει, λίγο σοφότερη και πιο κοντά σε αυτό που προσδοκώ, είναι οι απώλειες μου. Τώρα που μεγάλωσα, τώρα που όλα μοιάζουν αλλιώς , ξέρω καλά πως ίσως η μεγαλύτερη, ψυχική μου περιουσία είναι οι απώλειες μου και εγώ απέναντι τους. Ξέρω καλά πως κάθε φόρα που κάτι χάνω, λίγο πιο κάτω, μέσα από τον πόνο και τα συντρίμμια μου, θα βρω εμένα. Θα με συναντήσω και θα είμαι λίγο διαφορετική αλλά λίγο πιο κοντά σε αυτό που προσδοκώ να γίνω. Λίγο πιο ευαίσθητη μα πολύ πιο δυνατή. Λίγο πιο τσαλακωμένη μα πολύ πιο έτοιμη για τις επόμενες συγκρούσεις. Λίγο λιγότερο  αθώα μα πολύ πιο σοφή. Και κάθε φορά η Νάνσυ  που την βρίσκει η απώλεια είναι τελείως πιο διαφορετική από τη Νάνσυ που αποχαιρετάει  την απώλεια της. Και πάντα η δεύτερη είναι πιο κοντά σε αυτό που θέλω να γίνω όταν θα μεγαλώσω. Αν καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πω.Θα μου πεις μοιάζω σαν να προσδοκώ τις απώλειες που θα έρθουν. Όχι δεν λέω αυτό. Δεν εύχομαι σε κανέναν να βιώσει απώλεια πέρα από αυτές που η φύση και η γραμμή της ζωής , ορίζουν. Να χάνονται μόνο οι γονείς και εκείνοι σε βαθιά γεράματα. Αυτό εύχομαι μέσα από την καρδιά μου. Όμως ξέρω (και ας φοβάμαι) πως κάποιες, αναπόφευκτα, θα έρθουν. Έχουν έρθει τόσες κι ας μην τις κάλεσα πότε. Πότε δεν θα μαι έτοιμη, το ξέρω . όμως θέλω πάντα να ελπίζω πως μέσα από τον πόνο που νιώθω, μέσα από τη θλίψη, κάποια στιγμή, θα δω να ξεπροβάλει το κομμάτι της καρδιάς μου που έσπασε σε χίλια μικρότερα. Θα είμαι πάλι εγώ, λίγο σοφότερη.

          Τα γράφω όλα αυτά και έχω δίπλα μου το αγόρι μου..που υποφέρει για τις απανωτές απώλειες του..και παλεύει με τις ερινύες του. Και εύχομαι να βγει νικητής και σοφότερος..και να βρει και εκείνο το κομμάτι του που έχασε στο δρόμο.

 

*Ακούς αυτό

**Και αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Το βαζάκι της οδοντόβουρτσας.

11

       Πρώτη κατάσταση αγάπης  : Είσαι τρελά ερωτευμένη μαζί του. Πλέον είσαστε ζευγάρι κανονικό. Κανονικό ζευγάρι  σημαίνει πως πλέον συναντιέστε 4-5 φορές την εβδομάδα και όχι μόνο για σεξ και σχεδόν όλες κοιμόσαστε μαζί. Επιπλέον είσαι τρελά ερωτευμένη. Το είπαμε αυτό. Κάθε φορά που κοιμάσαι σπίτι του, αφήνεις και κάτι τυχαία (η’ και πραγματικά τυχαία). Χτες άφησες και την καινούργια οδοντόβουρτσα σου που πήρες ειδικά για το σπίτι του. Τώρα είσαι ακόμη πιο ερωτευμένη.

         Δεύτερη κατάσταση αγάπης : Πλέον ζείτε μαζί και σχεδιάζεται το γάμο σας. Τα πρωινά που τσακώνεστε στο ένα μπάνιο (έχει κι άλλο μπάνιο το σπίτι αλλά είναι σκοτεινό και εγώ ο μύωπας δεν την παλεύω στα σκοτάδια και εκείνος λέει πως είναι πιο βολική η λεκάνη εδώ και έτσι γίνεται ένας χαμός )χαζεύεις κλεφτά το βαζάκι με τις οδοντόβουρτσες που είναι δυο. Το δικό σας βαζάκι, με τις δικές σας οδοντόβουρτσες, στο δικό σας σπίτι. Ευτυχία.

         Τρίτη κατάσταση αγάπης : Η 7χρονη κόρη σου μετά από καυγάδες χρόνων και αγώνες με ότι οδοντίατρο έχει έρθει στο διάβα της, συνεργάζεται στο θέμα πλένω τα δόντια μου κάθε βράδυ. Συνεργάζεται σημαίνει πως πλέον με 10λεπτο διακανονισμό πριν «πλύνε τα, θυμάσαι τι είπε ο γιατρός, ναι αλλά τα νιώθω καθαρά, όχι δεν είναι θέμα τι νιώθεις, είναι βρώμικα τα δόντια μας το βράδυ, πόσα χρόνια θα τα πλένω ακόμη, μέχρι να βάλεις μασέλα αλλά το βλέπω σύντομο με το πλύσιμο που κάνεις κ.ο.κ», πλένει μόνη της τα δόντια. Οκ, σχεδόν κάθε βράδυ. Χτες ήταν ένα τέτοιο βράδυ. Που μετά πας να μαζέψεις το μπάνιο. Που έχει οδοντόκρεμα και φτυσίματα με οδοντόκρεμα παντού. Που γίνεσαι έξαλλη. Που είναι γεμάτοι και οι καθρέφτες. Και που στο βαζάκι της οδοντόβουρτσας ,σου έχει κάνει μια καρδούλα από οδοντόκρεμα. Και εσύ, πλέον,  γελάς ευτυχισμένη.

        Τετάρτη κατάσταση αγάπης : Έφυγε από τη ζωή και κάποιος πρέπει να βοηθήσει να αδειάσουν το σπίτι του. Πολλά τα προσωπικά αντικείμενα, πολλές αναμνήσεις. Μέσα στο χαμό και «Θα το φυλάξεις το βαζάκι της οδοντόβουρτσας;», «Ναι το θέλω!». Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί σκέφτομαι με αγάπη εκείνο το βαζάκι και πόσο θα τον θυμίζει.

Όλα αγάπη.

Παντού αγάπη.

*αφιερωμένο στις οδοντόβουρτσες που αναφέρομαι… ή και σε όσους έχουν τα βαζάκια.

** ακούς αυτό.

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | 1 σχόλιο

Το πόστ με τις άσχημες λέξεις.

3

         Προχθές αποφάσισα να σφουγγαρίσω τα σκαλιά στο κλιμακοστάσιο. Ένεκα που όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας,  έχουμε κλειστά τα λεφτά μας σε τράπεζες του εξωτερικού και δεν έχουμε ρευστό να κινηθούμε, αναγκαζόμαστε να κάνουμε μόνοι σκάλες, πόρτες και παράθυρα (καλό το παραμύθι μου αλλά δεν έχει δράκο ). Τέσπα, ξεκινώ με τους κουβάδες μου, τις σκούπες μου και όλα τα εξαρτήματα μου, να το παίξω χαρωπή νοικοκυρά που η ζωή της όλη είναι η προσφορά στον συνάνθρωπο (ειλικρινά, σταματώ να λέω μπούρδες, μια παράγραφος και έχω πει ήδη δυο ψέματα).

          Θα πω σε αυτό το σημείο πως εκείνη την ώρα σε ολόκληρη την πολυκατοικία από ζώντες οργανισμούς ήταν  ο σκύλος μας και εγώ οπότε αυτό σημαίνει ένα και μόνο πράμα :πήγαινε όπως είσαι κούκλα μου, κανένας δεν θα σε δει. Επίσης να τονίσω πως ως εργαζομένη μάνα , στη σημερινή κοινωνία, νορμάλ δεν με λες. Μια  φλάντζα, ένα αμορτισέρ, ένα ζαντολάστιχο το έχω κάψει, αν με πιάνεις. Επανέρχομαι στην ιστοριούλα μου, παίρνω τους κουβάδες, τα φαράσια και ξεκινώ. Φορώ μια φόρμα από το δημοτικό σχεδόν (πολλά χρόνια πριν, είχαμε ασπρόμαυρες φωτογραφίες μόνο, φαντάσου), γυαλιά μυωπίας που έχω να τα καθαρίσω από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων (ματηπαναγία όμως) και σαγιονάρες Μίνιον, βοήθεια μας. Επίσης έχω ανακαλύψει υπερμυστικό για εξάλειψη πετσακίων ( θα ακολουθήσει εκτενές ποστ για αυτό το υπερόπλο) και έχω πασαλείψει χέρια και πόδια με αυτό και τύλιγμα με πλαστική μεμβράνη παράλληλα. Ίχνος μακιγιάζ φυσικά και ίχνος βούρτσας στο μαλλί για τουλάχιστον τρία 24ωρα. Έλα, κουκλίτσα.

         Ξεκινάει η δουλίτσα, κάνω καλή δουλειά όταν δεν  έχω  σόσιαλ μίντια κοντά μου και έχω φτάσει σχεδόν στο τέλος όταν η προκοπή μου χτυπάει κόκκινο :θα κάνω και πεζοδρόμιο(θα το σκουπίσω μωρέ, αμέσως !). Βγάζω κεφάλι από την εξώπορτα με τρόπο, είναι Κυριακή και η γειτονιά μας είναι όπως μετά τις σειρήνες για να πας στα καταφύγια, κοιτάω και από την άλλη πλευρά, κανείς, βγαίνω. (FUCK) Μόλις πέρασε η στρίγκω η γειτόνισσα με τον ανυπόφορο σκύλο της (ακούω ήδη το δικό μου το πουλάκι να γαυγίζει από το μπαλκόνι σαν αντίποινα στο ανυπόφορο σκυλί, το χρυσό μου!). Βάζω τη σκούπα μου στα μούτρα για να κρύψω τα χάλια μου και για να μην τη χαιρετίσω, τη μλκω. (FUCK )Η σκούπα ήταν γεμάτη χνούδια και σκόνες, φαντάζομαι πόσο πιο όμορφη θα έχω γίνει τώρα διάολε. Φεύγει η στρίγκω. Τώρα θυμήθηκα πως δεν έχω κλειδιά εξώπορτας (αμάν, δεν πήρα ούτε σπιτιού, με βλέπω να ζω στο ασανσέρ και στο κλιμακοστάσιο αυτήν την Κυριακή) οπότε ότι κάνω πρέπει να το κάνω με το ένα χέρι στη σκούπα και το άλλο να κρατάει την εξώπορτα ανοιχτή (FUCK) Το κάνω  και τεντώνομαι σαν το χέλι (οκ δεν είναι σαν το χέλι ακριβώς γιατί βογγάω σαν ετοιμόγεννη αγελάδα). (FUCK) Να δεις που θα με ακούσει όλη η γειτονιά και θα έρθει για τα βογκητά πως επιτέλους κάποιος με κανόνισε και φιου θα ησυχάσουμε. (FUCK) Βογγάω και πάλι, δεν γίνεται δουλειά, πρέπει να βρω τρόπο να κρατήσω την πόρτα ανοιχτή για να ελευθερωθεί το άλλο χέρι. Κοιτάω, δεν βρίσκω τίποτα. (FUCK) Είχαμε ένα μανταλάκι κάποτε, που στήριζε την πόρτα, που είναι; (FUCK) Θα βρω άλλο τρόπο, το βρήκα. Θα βγάλω τη μια σαγιονάρα, θα τη βάλω κόντρα στην εξώπορτα για να μην κλείσει και μετά με λίγο κουτσό, λίγο στήριγμα στη σκούπα, θα γίνει η δουλίτσα. Έτσι και κάνω. Γίνεται δουλίτσα. Περνάει μια φίλη της μάνας μου. (FUCK) Γεια σας, γεια σας, εδώ, νοικοκυριό. Δεν πρόσεξε τίποτα. Φιου. Τελειώνω γρήγορα, είπαμε χέλι αλλά πιάστηκα με το κουτσό/σκούπισμα/ κοίταγμα δεξιά αριστερά μήπως περνάει κανείς. Γυρίζω να μπω μέσα. (FUCK) Το βάρος της εξώπορτας, πίεζε τη σαγιονάρα και τελικά κατόρθωσε να κλείσει η εξώπορτα και να μείνει η σαγιονάρα μου εκεί. (FUCK) Μισή μέσα και μισή έξω στο δρόμο. (FUCK) Τώρα είμαι επίσημα στο δρόμο. (FUCK) Εγώ με τα ελεεινά μαλλιά, άβαφτη, με βρώμικα γυαλιά μυωπίας, φόρμα του  σχολειού και πλαστικές μεμβράνες τυλιγμένες σε ότι δάχτυλο έχω πάνω μου. (FUCK)  Και μια σαγιονάρα. (FUCK)  Και μια σκούπα στο ένα χέρι. (FUCK)  Και χωρίς κινητό. (FUCK) Και λείπουν όλοι. (FUCK)  Τέλεια.

           Πάω κουτσό στο πλησιέστερο σπίτι . Είναι της στρίγκως που σου είπα παραπάνω. (FUCK) Χτυπάω κουδούνι και έχω εκείνο το ψεύτικο χαμόγελο που έχουν οι πωλήτριες σε ακριβές μπουτίκ. Ανοίγει αυτή. (FUCK) Της εξηγώ τα ανεξήγητα. (FUCK)   Τώρα έχει αυτή το ψεύτικο χαμόγελο σε συνδυασμό με αναγούλα για την ηλιθιότητα μου. (FUCK)  Με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω. (FUCK)  Αναγουλιάζει χειρότερα. (FUCK)  Θέλω να της χώσω μπουνιά και σε αυτήν και στο βρωμόσκυλο της που μου τραβάει τις μεμβράνες από τα νύχια ποδιού. Της λέω πως θα πάρω ένα τηλέφωνο τη μάνα μου αλλά πρέπει να βρω το κινητό της γιατί δεν το ξέρω από έξω, το έχω στα αγαπημένα στο κινητό μου και είναι αρκετό γιατί το κινητό μου είναι επέκταση του χεριού μου αλλά που να καταλάβεις εσύ, ζώο (το ζώο το είπα από μέσα μου ).Ναι δεν θυμάμαι κινητό μάνας μου, δεν κατάλαβα; Σε όλα τέλεια θα είμαι; Αρκετά, δεν μπορώ κάπου να είμαι λάθος; Λυπηθείτε μας και  εμάς τις όμορφες. Δεν πανικοβάλλομαι. Παίρνω το αγόρι που το ξέρω απ΄έξω το κινητό. Του εξηγώ. (FUCK) Κλαίει από τα γέλια. Του το κλείνω. Παίρνω αδελφό. (FUCK)  Γελάει τόσο όσο, χωρίς δάκρυα (αίμα ρε!).Βγάζουμε άκρη. Η μανούλα είναι σε ένα μνημόσυνο (FUCK)  (θα μιλήσουμε άλλη φορά για αυτό, πόσο ρεζίλι σε ένα πόστ;). Όμως το αφήνει και έρχεται  γιατί είναι κρίμα να είμαι στα μαύρα μου τα χάλια, μέσα στο δρόμο, ρεζίλι στη γειτονιά (ασχολίαστο, αφού έρχεται να βοηθήσει, το αφήνω ασχολίαστο). Κάθομαι με την αχώνευτη γειτόνισσα και λέω μπούρδες. Κυρίως για τα σκυλιά μας. Νομίζω πως είμαι εκεί τουλάχιστον 6,5 μήνες όταν ακούω κόρνα αυτοκίνητου από το δρόμο. Βγαίνω κούτσα κούτσα αλλά με χαρά, ήρθε να με πάρει ο  έρωτας της ζωής μου να φύγουμε τριήμερο τύπου.

          Αυτό που δεν είπε η μάνα μου είναι πως θα την έφερνε μια άλλη με το αμάξι. (FUCK)   Η μια άλλη είναι η μάνα ενός από τη γειτονιά που ήταν τύπου γόης, εγώ τον αγαπούσα κρυφά και εκείνος ούτε να με φτύσει. (FUCK)   Φαντάζομαι και τώρα ούτε να με φτύσει, εγώ έπαψα να τον αγαπώ (ούτε που τον θυμάμαι να πω τη μαύρη αλήθεια) αλλά σαν γνήσιος Ζυγός θέλω να θεωρεί πως εξακολουθώ και είμαι το ίδιο μοιραία όπως τότε (όπως πότε;;;).Η μάνα γόη είναι στην εντέλεια(FUCK)   , η μάνα μου δεν σταματάει να μιλάει. Η μικρή μου (αχ ρε μάνα αφού δεν είπες το μωρό μου, πάλι καλά) Την θυμάσαι Μαίρη μου; Κουκλίτσα ακόμη, ναι. (εντάξει με δουλεύουν μπροστά στα μάτια μου οι σκρόφες ). Και νοικοκυρά, ναι, δεν τη βλέπεις; Και αρχίζουν να μιλούν ένα τέταρτο για το πόσες δουλειές  κάνω και τι φαγιά. (FUCK) Της τραβώ το μανίκι (κλασσική κίνηση από παιδί για να καταλάβει πως είμαι οριακά, πρέπει να φύγουμε). Ναι Μαίρη μου ευχαριστώ, πρέπει να φύγουμε. Ευτυχώς κατάλαβε.

           Ανοίγει η εξώπορτα και επιτέλους έχω μπει στο κρησφύγετο μου. Γιατί παιδί μου βγήκες τα μαύρα σου τα χάλια στο δρόμο; Και χωρίς κλειδιά; Που είχες το μυαλό σου (το ποιο;). Δεν μιλάω, μπαίνουμε στο ασανσέρ. Κινείται δυο ορόφους και σταματά με έναν έντονο θόρυβο. (FUCK) ΧΑΛΑΣΕ διάολε. (FUCK) Εγκλωβιστήκαμε μέσα. (FUCK) Με τη μάνα μου μέχρι νεωτέρας. (FUCK)

1

*Ακούς αυτό.

**Αυτό το κείμενο έχει γραφτεί πριν καιρό. Υποσχέθηκα σε μια φίλη πως επιτέλους θα ανεβάσω ένα χαρούμενο πόστ και ιδού 😉

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Στη σοφίτα.

3

         Στο σπίτι των γονιών του αγοριού μου στην εξοχή, έχει μια σοφίτα. Είναι ένα υπέροχο, μικρό δωμάτιο πάνω από το σαλόνι που ουσιαστικά εκμεταλλεύεται το ύψος που δημιουργεί η κεραμοσκεπή. Θα ήταν φαντάζομαι το ιδανικό και λατρεμένο μου δωμάτιο αν το είχα ανακαλύψει εκεί γύρω στα 10 και θα με έβγαζαν με το ζόρι γύρω στα 16. Το ίδιο ισχύει και για το Λυδόνι, κάθε που ανεβαίνουμε να το δούμε. Δεν ανεβαίνουμε συχνά. Επειδή δεν μένει μόνιμα ανήλικος επισκέπτης σε τούτο το σπίτι, χρόνο με το χρόνο μετατράπηκε σε μια μικρή, χαριτωμένη αποθήκη που στοιβάζεις όσα «δεν θα χρησιμοποιηθούν άμεσα αλλά την επομένη σεζόν θα είναι πρώτη γραμμή».

1

            Και να μαστε τώρα οι τρεις μας, παραμονή Χριστουγέννων, καθισμένοι οκλαδόν μέσα στη σοφίτα. Έχουμε έρθει στην εξοχή για μερικές μέρες και επειδή φτάσαμε χτες αργά, αποφασίσαμε να ανέβουμε στη σοφίτα να βρούμε τα χριστουγεννιάτικα στολίδια για να στολίσουμε το σπίτι. Έχει απόλυτη ησυχία παντού και εμείς θαρρείς και την σεβόμαστε, καθόμαστε οκλαδόν και περιεργαζόμαστε τα πάντα γύρω. Είναι η πρώτη φόρα που ανεβαίνουμε μετά το χαμό της γιαγιάς και μάλλον το δωμάτιο «φωνάζει»  στα πάντα εκείνη: σε εκείνη τη γωνιά είναι τα μαγιό και τα είδη θαλάσσης που δεν πρόλαβε να χρησιμοποιήσει πέρσι το καλοκαίρι, εκεί τα χαλιά και τα πατάκια που δεν πρόλαβε να στρώσει, εδώ τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, εκεί τα πασχαλινά, εδώ στολίδια για τους καλοκαιρινούς μήνες, κάτι παλιές τσάντες ταξιδιού από τα χρόνια που πηγαινοερχόταν Αμερική, εκεί ο σάκος των προσκόπων του Τασούλη. Όλα ταχτοποιημένα και μαζεμένα. Αν δεν ήξερες τίποτα για εκείνη τη γυναίκα, θα μπορούσες από ένα δωμάτιο 10 τετραγωνικών, να καταλάβεις πολλά. Από τον τρόπο που έχει τακτοποιήσει τα πάντα, από τον τρόπο που τα έχει φυλάξει, από την καθαριότητα ,από την μυρωδιά. Εγώ που την ήξερα λίγο περισσότερο, ξέρω ακριβώς πόσο κόπο έκανε για να διατηρήσει όλα αυτά εδώ μέσα, έτσι όπως τα βρήκαμε τώρα εμείς. Πόσο κόπο και πόση ενέργεια και πόση αγάπη και προσπάθεια. Πόσα πολύ και πολλά όλα.

               Και  τώρα εδώ, στη σοφίτα, χαζεύουμε τα έργα της και εκείνη δεν είναι εδώ. Και εκεί με χτύπησε : αξίζει; Να κάνεις  τόσο αγώνα και τελικά; Όσοι σε αγαπούν να είναι καθισμένοι οκλαδόν σε ένα δωμάτιο που «φωνάζει» εσένα και εσύ δεν είσαι εδώ! Λογικά αξίζει γιατί , πραγματικά, όλα αυτό εκεί μέσα, για να είναι όπως είναι, δείχνει αγάπη, δόσιμο, φροντίδα, οικογένεια, ευθύνη …δείχνει πολλά και μαθαίνει πολλά. Όμως εκείνη; Τελικά τι μένει; Και τότε άρχισα να σκέφτομαι όλα αυτά, όλα αυτά που μαζεύω, που φυλάω, που τακτοποιώ, που διατηρώ με αγάπη και ίσως περισσότερη φροντίδα και κόπο, τι σημαίνουν; Τι σημαίνει εκείνο τα μπαούλο με τις αγαπημένες μου τσάντες, που τον  έχω σαν θησαυρό; Τι σημαίνουν τα κουτάκια με τα λατρεμένα παπούτσια που πλέον δεν φοράω αλλά φυλάω για να τα βάλει η κόρη μου; Τι είναι για μένα ο τρόπος που τακτοποιώ τα συρτάρια στην κουζίνα; Που βάζω τα ρούχα που περιμένουν να σιδερωθούν;  Ο τρόπος που φτιάχνω τα παιχνίδια της μικρής για να είναι πιο βολικά; Το τακτοποιημένο κουτάκι με τα κοκαλάκια μαλλιών της; Οι ώρες που τρώω για να καθαρίσω τις αταξίες του σκύλου; Ο τρόπος που τακτοποιώ τα τραπεζομάντηλα της μάνας μου που ίσως και να  μην μου αρέσουν; Τι είναι αυτά;

          Είναι αγάπη και αυτά, δεν είναι; Έχουν εμένα μέσα, έτσι δεν είναι; Αυτοί που με αγαπούν ξέρουν πόσο  Νάνσυ είναι όλες αυτές οι καθημερινές λεπτομέρειες που κάνω μόνο εγώ και κανείς άλλος… το ξέρουν έτσι δεν είναι; Τους το έχω πει όσο πιο συχνά μπορώ; Το έχω δείξει; Ξέρει η κόρη μου πως όταν θα κρατάει την πρώτη μου τσάντα πως της δίνω και αγάπη μαζί; Πως είναι δικό μου μέρος χωρίς να σημαίνει πως υλικά αγαθά με καθορίζουν. Είναι δικό μου μέρος γιατί από την πρώτη στιγμή που την είδα, σκέφτηκα πως ότι έχω, θέλω να της το χαρίσω. Για αυτό..γιατί τα συρτάρια τα φτιάχνω έτσι γιατί σκέφτομαι εκείνη όσο τα κάνω..είναι αγάπη παντού. Ακόμα και ο χάλια τρόπος που τακτοποιώ το ψυγείο και δεν μπορούμε μετά να βρούμε ούτε το μπουκάλι με το γάλα και αυτό αγάπη είναι. Και αυτό είμαι εγώ.

4

             Και αγάπη είναι και το κουτάκι από το κολατσιό που έπαιρνε στο παιδικό σταθμό και με καμάρι το έχεις φυλάξει σε μια κούτα. Και εκείνο το γιλεκάκι που δεν το έβγαζε από πάνω  της τα πρώτα χρόνια. Αγάπη είναι τα σημειώματα αγάπης που έχει φυλαγμένα το αγόρι σου, τα φυλαγμένα εισιτήρια από το πρώτο τριήμερο μαζί. Αγάπη είναι το κουτί με τα φυλαγμένα παιχνίδια των σκύλων της ζωής σου. Αγάπη είναι οι δεκάδες φυλαγμένες ευχητήριες κάρτες. Αγάπη είναι από εκείνον τον σκαντζόχοιρο που σου πήρε δώρο μέχρι το πρώτο δόντι που άλλαξε το παΐδι σου και το έχεις φυλάξει  σαν το πιο πολύτιμο κόσμημα του κόσμου.

« Το θυμάσαι αυτό το στολίδι; Μας είχε δώσει και εμάς ένα και το χάσαμε στη μετακόμιση και φοβόμασταν να της το πούμε.»

«Και αυτό το μαγιό; Που πάντα έψαχνε εκείνο το κατάλληλο μαγιό αλλά τίποτα δεν ήταν ακριβώς όπως το ήθελε».

«Και τα αχρησιμοποίητα χαλάκια;»

          Ναι, εδώ στη σοφίτα ακόμη, δίνουμε ζωή στην αγάπη που κρύβεται εδώ μέσα.

 

*Ακούς αυτό.

**Αφιερωμένο στη γιαγιά που «έφυγε».

 

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε