Προσοχή: το αεροπλάνο περιέχει τοποθέτηση ανηλίκου.

        Είχαμε καιρό να πάμε ταξίδι αεροπορικώς με Λυδόνι και είχα ξεχάσει την αίσθηση. Αυτό την αναμονής, της απέραντης χαράς, του ενθουσιασμού, της έξαψης. Οκ δεν είναι όλα τόσα ρόδινα. Τι εννοείς μην είμαι αυστηρή και στρίγγλα; Αρχικά θα είμαι άμα θέλω, δικό μου ποστ είναι τούτο και πουλάω όποια μούρη θέλω  και δεύτερον δεν έχεις ιδέα τι έγινε.

      Το ξυπνητήρι ήταν για τις 6.15. Κοιμόμαστε μαζί γιατί λείπει ο πατέρας της (ναι, ναι ξέρω, τεράστιο παιδαγωγικό λάθος. Συμπλήρωσε μια αίτηση και βαλε το στην ντάνα με τα άλλα παιδαγωγικά μου λάθη και προχώρα ). 5.00 νιώθω κάποιον να μου ανοίγει τα βλέφαρα «μαμά κοιμάσαι ;», « όχι πια αγάπη μου. Τι θες;» , «είπα να σε ξυπνήσω μήπως σε πάρει ο ύπνος και αργήσουμε ως συνήθως (κάνε παιδί να δεις καλό ε;). έχω αγωνία με το ταξίδι, πότε θα πάμε στο αεροπλάνο;». τι να της απαντήσω τώρα; Πως πρέπει πρώτα να έρθει η ώρα της πτήσης και όχι σαράντα ώρες πριν; Δεν είπα τίποτα, σηκώθηκα στην μαύρη νύχτα.  Ο σκύλος-φονιάς, ο άγρυπνος φρουρός του σπιτιού μας, ροχάλιζε τόσο πολύ που μου ερχόταν να τον δώσω επιτόπου για υιοθεσία προκειμένω να μην τον βλέπω. Έκανα πρωινό για να περάσει η ώρα και για να μην ξανακοιμηθώ. Άλλωστε τα είχα όλα στην εντέλεια –κρεμασμένα ρούχα στις καρέκλες της κουζίνας, τσάντες έτοιμες με όλα τα πράγματα μέσα ταχτοποιημένα κλπ. Στο σημείο αυτό εύχομαι να μην με διαβάζει κανένας φίλος μου αγαπημένος παρά μόνο εσύ μοναδικέ μου αναγνώστη άρα το πούλημα μούρης για την οργάνωση μου, να πιάσει τόπο. Ήρθε το ρημάδι το ταξί, μπήκαμε μέσα. Ακόμα τσίτα το κορίτσι μου , πότε φτάνουμε ηχούσε στα αυτιά μου ανά πέντε λεπτά. Για κακή μας τύχη, το ταξί είχε μια σούπερ κουλ θέση πίσω από τη θέση του  οδηγού που ρυθμίζεται στο ύψος για παιδάκια. Για ακόμη πιο κακή μας τύχη, την έδειξε στο Λυδόνι. Για το τέρμα της κακή μας τύχης, τη χάλασε από το ανεβοκατέβα του κουμπιού μέχρι να φτάσουμε αεροδρόμιο. Ο οδηγός είπε δεν πειράζει, θα την φτιάξω, παιδιά είναι. Έβγαλα μόνη μου τις βαλίτσες και δεν μας είπε καλό ταξίδι. Για κλανιάρηδες ανθρώπους σαν εμένα, αυτό ήταν κακό σημάδι αλλά δεν έκανα σκηνή.

            Μπαίνουμε στο αεροδρόμιο, έχει κάνει τσεκ ιν το αγόρι από προχθές. Θέλει καρότσι λέει, πάμε για καρότσι δεν έχω ψιλά, δεν παίρνει το μηχάνημα χαρτονομίσματα. Πάω και παίρνω νερό, πάμε πίσω στο καρότσι, παίρνουμε καρότσι. Το Λυδόνι έχει πιει ήδη το μισό μπουκάλι νερό. Έκανες τσίσα πριν φύγουμε; Όχι. Θέλω τώρα. Πάμε για τσίσα. Σέρνω ένα καρότσι με βούληση και πείσμα, τουτέστιν με πάει όπου θέλει. Περνάμε έλεγχο, μου φαίνεται πως  με λυπηθήκαν και δημιούργησαν ειδική γραμμή για μας τις δυο. Ωραία φάση. Στο μηχάνημα έλεγχου, το Λυδόνι κοιτάζει αναλυτικά τη λίστα με τα πράγματα που ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να έχεις στην τσάντα σου. «μαμά είσαι σίγουρη πως δεν το έχεις  αυτό στην τσάντα σου;» άκουσα τη γλυκεία φωνή του παιδιού μου. « Όχι αγάπη μου είναι τα υγρά των φακών μου αυτά, όχι εκρηκτικό.» Ήρθε η σειρά μας. Έβαλαν και τη μικρή να αδειάσει τη τσάντα  του ώμου. Τότε είδα πως έχει πάρει μαζί της 7 κραγιόν και 3 μανό. Στην πτήση.

 

            Μετά τον έλεγχο, χαζεύουμε τα μαγαζιά. Δεν παίρνουμε τίποτα Λυδόνι, έχουμε ταξίδι μπροστά μας, δεν σπαταλάμε τα χρήματα. Της είχα πει κάποτε πως οι τσίχλες βοηθάνε στο βούλωμα των αυτιών. Πήρε οχτώ πακέτα. Εγώ πήρα γεμιστά μπισκότα (δεν σε νοιάζει αλλά είπα να το πω τώρα μπας και το διαβάσει κανένας διαιτολόγος και με αναλάβει αφιλοκερδώς γιατί μόνη μου θα γίνω σαν διπλόφυλλη ντουλάπα). Τώρα θέλει πάλι τσίσα γιατί φυσικά ήπιε και δεύτερο μπουκαλάκι νερό (να είμαι ειλικρινής πόνεσε όταν έπρεπε να το πετάξει στον έλεγχο και το ήπιε μονορούφι). Φτάνουμε επιτέλους  στο Gate. Στο λάθος Gate από ότι αποδείχτηκε μετά γιατί πρώτον πήγαμε ξανά για τσίσα και χάσαμε την ανακοίνωση της αλλαγής και  με το ζόρι προλάβαμε τρέχοντας να πάμε στο καινούργιο Gate, αν λάβεις υπόψη σου ότι είχαμε  και το καρότσι πάω όπου με πάει η καρδιά μου, αν με πιάνεις.

          Μετά την κούρσα θανάτου και επειδή είμαι και μάχιμη μάνα στις καθυστερήσεις (παντού και πάντα, φτάνω τελευταία), μπαίνουμε επιτέλους στο αεροσκάφος. Το Λυδόνι σέρνει βαλίτσα και γενικά πολύ συνεργάσιμη και συνεπής. Θέλει παράθυρο, επιμένει  να κρατήσει τη χειραποσκευή κοντά της γιατί «θα χρειαστεί κάποια πράγματα». Τη βάζω πάνω και κρατάει μόνο το τσαντάκι_που_είναι_γεμάτο_κραγιόν. Κάθεται παράθυρο .  Μέχρι να ταχτοποιήσω βαλίτσες , βγάλω μπουφάν και κάτσω και εγώ , έχει ήδη κολλήσει το κάλυμμα παραθύρου από το άνοιξε κλείσε. Βάζουμε ζώνη. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Αγάπη μου, δεν έχει μπει ακόμη ο κόσμος. Θέλω τσίσα. Πρέπει να περιμένεις λιγάκι. Δεν μπορώ. Θα περιμένεις, δεν έχεις άλλη επιλογή.

        Κάθεται μια κυρία δίπλα μου, στην ακριανή θέση διάδρομος και μόλις δένει ζώνη, πέφτει και κοιμάται. Με ροχαλητά κιόλας.  Έχει αρχίσει διαδικασία απογείωσης , εγώ ζω τα δράματα  μου (τα έχουμε πει εδώ ) και το παίζω κουλ και κάνω πως χαζεύω ενώ είμαι ειλικρινά χεσμένη ολόκληρη. Το Λυδόνι πράγματι κουλ, τσιρίζει με ενθουσιασμό όποτε κουνάει το αεροπλάνο ή έχει κραδασμούς και γενικά έχει μοιάσει στον πάτερα της και όχι σε μένα στο θέμα «χέσιμο πάνω σου στο αεροσκάφος».  «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου να μας σερβίρουν πρώτα να φάμε. Τι ήθελα και το θύμισα; Ανοίγει το τραπεζάκι της. Όχι, λάθος. Αρχίζει να ανοιγοκλείνει το τραπεζάκι της. Συνέχεια. Κάποια στιγμή το φρακάρει και δεν μπορεί πια να το ανεβάσει. Γκρινιάζει. Δεν ξέρει λέει τι να κάνει με την τραπεζάρα ανοιγμένη μπροστά της. Θα βγάλει λέει παπούτσια. Τα βγάζει.

          «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Σε λίγο  καρδιά μου . θέλω τσίσα. Βγαίνουμε στο διάδρομο σκαρφαλώνοντας πάνω από το σφηνωμένο τραπεζάκι, την κυρία που ροχαλίζει και διαπιστώνω πως έχει ήδη προλάβει να βγάλει παπούτσια και κάλτσες… πάμε ξυπόλητοι. Στο μπάνιο τα κλασσικά, πατάει όλα τα κουμπιά, πετάει όλα τα χαρτιά σε όποια εσοχή έχει και γενικά τα κάνει όλα και στο τσακ θυμόμαστε πως είχαμε έρθει για τσίσα και ακόμη δεν έχει γίνει τίποτα. Επιστρέφουμε στο κάθισμα, πάλι σκαρφάλωμα στη ροχαλιστή κυρία και πίσω στη θέση μας. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου, τώρα έρχεται το φαγητό. Έρχεται όντως το φαγητό. Και καίει όσο τίποτα. Ζητάει και νερό και χυμό και παγωμένο τσάι. Δεν χωράει στο τραπεζάκι και έχει γεμίσει ότι τσεπάκι έχει γύρω της. Δεν της αρέσει το φαγητό λέει (οκ δεν έχει και τόσο άδικο ). . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». μόλις τελειώσω και εγώ το φαγητό και μας τα μαζέψουν, θα μας έχει μείνει πολύ λιγότερος χρόνος για να φτάσουμε. Εγώ φυσικά τα τρώω όλα. Και Λυδονιού. Μα το θεώ και άσχετα με τούτο το ποστ, περιμένω με λαχτάρα (και προφανώς θα την περιμένω για κάμποσα χρόνια ) τη μέρα που θα φάω κάτι και ΔΕΝ θα μου αρέσει. Αφού δεν έφαγε τίποτα, προσπαθεί να πιει ότι  έχει και δεν έχει μπροστά της. Μαμά βαρέθηκα. Να παίξουμε κάτι να περάσει η ώρα. Ναι μαμά να παίξουμε, όμως τώρα θέλω τσίσα πραγματικά. Ξαναρχίζει ο αγώνας. Αυτή τη φόρα πιο σκληρός γιατί πρέπει να σκαρφαλώσουμε το χαλασμένο της τραπεζάκι, το δικό μου που είναι γεμάτο αποφάγια δυο μενού, την κομισμένη, ροχαλίζουσα  κυρία με το άθικτο δίσκο μπροστά της, τα καρότσια με το πρωινό που μοιράζονται στα άλλα καθίσματα, τον κόσμο που τρώει και δεν έχει την ανάγκη σου κυρά μου και μετά να φτάσουμε στην τουαλέτα. Και στο γυρισμό τούμπαλιν. Επιτέλους έγιναν όλα και καθόμαστε στο κάθισμα. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». έλα αγάπη μου να παίξουμε να περάσει η ώρα σου. Παίζουμε Uno. Στο δεκάλεπτο έχει βαρεθεί και από τη βαρεμάρα αφήνει να της πέσουν όλα τα χαρτιά κάτω. Διπλή τράπουλα. Πέφτει στα τέσσερα να τα μαζέψει. Χώνεται κάτω από τα καθίσματα για κανένα 10λεπτο (μου φάνηκε αιώνας γιατί σταμάτησε το «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;» ) και ειλικρινά έχω πιστέψει πως έχει πάει στα υπόγεια και ταχτοποιεί βαλίτσες. Επιστρέφει αναψοκοκκινισμένη (πόσο όμορφη!) και με μιάμιση τράπουλα. Δεν βρίσκω τα άλλα. Δεν πειράζει. Κάτσε να χαλαρώσουμε και να κοιμηθούμε. Κλείνω μάτια, έχω ξυπνήσει από τις 5 διάολε και είναι 10,30. Νομίζω πως έχουν περάσει 7 χρόνια ύπνου όταν νιώθω χεράκι να με σκουντάει : «μαμά κοιμάσαι; Έχω ένα πρόβλημα». Ανοίγω μάτια. Δίπλα μου είναι ένα πρώην επτάχρονο και νυν απροσδιορίστου ηλικίας, με 22 στρώσεις κραγιόν και βαμμένα νύχια, μαζί με τα δάχτυλα. Τι έκανες παιδί μου; Έβαζα κραγιόν, μα κουνούσε. Το ίδιο και στο μανό. Κοιτάω τριγύρω, έχει βάψει λίγο τον τοίχο, το μπροστινό κάθισμα, το τραπεζάκι που δεν κλείνει και το κολάν της. Βγάζω μωρομάντηλα, καθαρίζω ότι μπορώ, πάω τουαλέτα και φέρνω υγρό σαπούνι και καθαρίζω τα υπόλοιπα. Της βγάζω το κραγιόν γιατί ήταν κινούμενος κίνδυνος, οπού ακουμπούσε το έκανε θα ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη. Επιτελούς ηρεμεί γιατί της έβαλα χέρι με το τελευταίο επίτευγμα . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;».  Όπου να ναι και τσουπ ακούγεται από τα μεγάφωνα πως ξεκινάμε διαδικασία προσγείωσης. Δενόμαστε και τα σχετικά, εγώ κάνω τους έξτρα σταυρούς μου και προσευχές και μέσα στην ησυχία, ακούγεται φωνούλα «μαμά θελω κακα, μαλλον διαρροια γιατι δεν μπορω να κρατηθω».

             Είμαστε στο βανάκι που ήρθε να μας παραλάβει από το αεροδρόμιο για να μας πάει στο ξενοδοχείο . Πριν απο αυτό, το Λυδόνι αφού έφαγε πόρτα με τα κακά στο αεροπλάνο  και ήταν πολύ απελπισμένη, προσπάθησε να ηρεμήσει για να ξεχάσει τον νταλγκά της. Ηρέμησε μάλλον πολύ γιατί 10 λεπτά πριν ακουμπήσουμε στο έδαφος, κοιμήθηκε βαριά. Τόσο βαριά που μείναμε τελευταίες στο αεροσκάφος περιμένοντας να ξυπνήσει. Και δεν ξυπνούσε με τίποτα και την πήρα στα χέρια. Και μου κουβάλησε τις βαλίτσες η διπλανή, ροχαλιστή κυρία που ξύπνησε φρέσκια, φρέσκια και ζωηρή.  Και μετά τις φόρτωσα στον οδηγό του βαν που ήμουν έτοιμη να του γράψω ότι έχω και δεν έχω σε ακίνητη περιουσία προκειμένω να με βοηθήσει. Και τώρα είμαστε εδώ. Είμαι πτώμα και το κοριτσάκι μου φρέσκο και ροδαλό. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». σε λίγο αγάπη μου. Έλα να χαζέψουμε έξω την πόλη. Αααα μαμά, έχει νερό, πολλά μπουκάλια. Θα τα πιω.

Όχι ρε φίλε.

😛

*Ακούς αυτό. Με το ζόρι αν χρειαστεί γιατί αγαπώ.

Advertisements

About mamasdoanddonts

Είμαι το τρίτο παιδί μιας χαρούμενης -την λες και έτσι - οικογένειας που πριν από σχεδόν 40 χρόνια τη γέμισε χαρά με τον ερχομό της. Σαν φοιτήτρια σύχναζα στα στέκια του Οικονομικού Πανεπιστημίου -ενίοτε έμπαινα και μέσα με λίγη τύχη και περισσότερο σπρώξιμο -αν και τελικά τα οικονομικά δεν έκλεψαν την καρδιά μου. Τα τελευταία 14 χρόνια η ζωή μου είναι χωρίστρα μεταξύ του περιποιούμαι το αγόρι που αγαπώ και το πουλάω/ αγοράζω σπίτια... Όχι δεν έγινα επενδυτής... Είπαμε τα οικονομικά/οικονομία/μαζεύω πέντε φράγκα δεν έκλεψαν ποτέ την κάρδια μου, ούτε την φλέρταραν μην σου πω! Μεσίτρια έγινε και το αγάπησα πιότερο και από τον καφέ μετά από σαββατιάτικη βόλτα στα μαγαζιά με φίλες. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει έρθει στη ζωή μου το Λυδόνι-χελιδόνι που φέρνει την άνοιξη -μην με ρωτάς γιατί χελιδόνι, την άνοιξη όμως την έφερε σίγουρα. Επίσης αγαπώ μέχρι τρέλας τις φίλες μου (μαύρο ψωμι#κατι_δικα_μας), τον πατέρα Λυδονίου , το Λαρόνι- μακαρόνι ( το δεύτερο τριχωτό και τετράποδο παιδί μου),το σέρφινγκ (στο Ίντερνετ Παναγία μου , θεός φυλάξει), το shopping και ότι λατρεύουν τέλος πάντων οι γυναίκες που ακόμα δεν έχουν βρει το τέλειο ζευγάρι παπούτσια και το ιδανικό χρώμα μαλλιών. Υ.Γ. : σβήστα όλα και κράτα το Λυδόνι... Αρκεί !
This entry was posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s