Πάσχα είναι, θα περάσει.

3

             Εξηγούμαι από την αρχή για να ξεκαθαρίσω, δεν αγαπώ ιδιαίτερα το Πάσχα και τις παραδόσεις. Όσο και αν είμαι η ιέρεια των Χριστουγέννων, το Πάσχα για κάποιο λόγο δεν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεση μου (για όσους βιαστούν να αρχίσουν τα θρησκευτικά μηνύματα και ντροπή μου, τους λέω πως δεν με ενδιαφέρει η άποψη τους, εδώ λέω το δικό ΜΟΥ πόνο ). Αν είχα επιλογή και έλλειψη ακοής, δεν θα συμμετείχα σε τίποτα από όλα αυτά που  μυρίζουν Πάσχα, σούβλισμα αρνιού και τσούγκρισμα αυγών. Επιπλέον όλο αυτό το άγχος οπότε φτάνει μια γιορτή (στα Χριστούγεννα εκτός ότι αγαπώ αλλά και λόγω εποχής δεν έχω ιδιαίτερα το μυαλό μου σε αποδράσεις) τι θα κάνεις με τη μαμά και τον μπαμπά και ποιος θα φέρει τη γιαγιά στο σπίτι και αν χωράμε όλοι για ύπνο το βράδυ και ποιος θα πλύνει τα πιάτα, ειλικρινά με έχει κουράσει  πιότερο και από τη διαμάχη του αν θα μείνουμε η’ θα φύγουμε από το ευρώ . Παρόλο αυτά, στην μέχρι τώρα ζωή μου, έχω αναμνήσεις και καλές και άσχημες από αυτήν την περίοδο που όσο και να πεις με έφτασαν εδώ που με έφτασαν σήμερα (πως τα λέω όμως έτσι;).

             Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που λόγω καταγωγής, δεν έχουμε χωριό, πουθενά και τίποτα και ποτέ. Είχαμε ένα εξοχικό στα πέριξ της Αθήνας (τυπική οικογένεια των ‘80s )που όμως το αγάπησα σχεδόν όσο και την ακμή της εφηβείας μου, καθόλου. Ποτέ δεν μου έλεγε τίποτα αυτό το φίλινγκ του έχω ένα μόνιμο σπίτι μακριά από το καθημερινό μου σπίτι και πρέπει να το αγαπήσω σαν σπιτικό και όχι απλά σαν ξενοδοχείο ενώ α) δεν γίνεται σπιτικό όταν το μόνο που κάνεις είναι να το καθαρίζεις και να το συντηρείς και μετά να φεύγεις και β) προτιμώ το ξενοδοχείο μακράν (οι χιλιοειπωμένες ατάκες πως όταν θα γίνω μάνα θα καταλάβω την αξία του εξοχικού, ειλικρινά δεν με πτόησαν μα ούτε είχαν εφαρμογή ποτέ! ). Τις  διακοπές του Πάσχα με χίλια ζόρια, τις περνούσαμε εκεί (συνήθως εγώ μόνη μου, είχαν λακίσει τα μεγαλύτερα αδέρφια μου), τρώγοντας τρελό πήξιμο με τη φρίκη που ζούσα, τσουγκρίζοντας αυγά με όλη την γειτονιά του μικρόκοσμου «είμαστε στο δεύτερο σπίτι μας!» και επιπλέον με  ότι συγγενή «δεν έχω που να πάω ρε ξαδέρφη το Πάσχα, να περάσω από το εξοχικό σου;»  και  όταν άρχισα να βγαίνω μετά την ανάσταση, η επιλογή να ήταν «επαρχιακό μπαράκι που ακόμα κάνει αφιερώσεις από το μεγάφωνο ο d j”. Είναι ξεκάθαρο πως υπέφερα έτσι; Οπότε μπορείς να φανταστείς πόση χαρά πήρα όταν κάποια (ηλικιακή) στιγμή αποχώρησα (οκ με καυγάδες) από τις οικογενειακές πασχαλινές  συνάξεις μας και άρχισα να πηγαίνω Πάσχα με φίλους και φίλες ανά την Ελλάδα.

           Δεν θα σταθώ στις πασχαλινές μου διακοπές για πολλά χρόνια σε γνωστό κυκλαδίτικο νησί, γνωστό και ως καλημέρα ασπρονήσι γιατί α) είναι πασχαλινό το ποστ, μην το χαλάσουμε β) είναι μαμαδίστικο το μπλόγκ, μην το ρημάξουμε τελείως . Εκεί που θα σταθώ είναι  στις πασχαλινές διακοπές σε χωριά εξ αγχιστείας ( φίλων και γνωστών) που μου έχουν κάτσει κατά καιρούς στο διάβα μου.

           Είναι σχεδόν 20  χρόνια πριν , αυτό που ακόμα το θυμάμαι 20 χρόνια μετά δείχνει το μεγαλείο της ψυχής μου στο πασχαλινό συναίσθημα ( ε;) και βρισκόμαστε (δες το σαν περιγραφή στην αρχή της ταινίας, εννοώ όλοι βρισκόμαστε, ζήσε το μάνα μου) σε ένα χωριό έξω από το Αγρίνιο . Θέλω να ανοίξω μια παρένθεση, όχι κανονική γιατί σε έχω πεθάνει στις παρενθέσεις μοναδικέ μου αναγνώστη και να διευκρινίσω πως μιλάμε για 20 χρόνια πριν , ένδοξα ‘90s και που τότε δεν το παίζαμε όλοι φιλενάδες, είμαστε συνδεδεμένοι και ο πόνος σου αγγίζει και μένα, ούτε εναλλακτικοί το παίζαμε , ούτε  «δεν πληρώνω, δεν πληρώνω»  ούτε   «κάτω τα μνημόνια». Τότε η εποχή πρόσταζε «πληρώνω όσο πιο πολλά μπορώ για να φανώ», «είσαι εχθρός μου αν έχεις μεγαλυτέρου κυβισμού αμάξι»  και «όσο πιο μακριά από την καταγωγή μας, τόσο καλυτέρα». Κλείνει η παρένθεση, ησύχασε!

         Το εν λόγω χωριό, δεν υπάρχει ούτε καν στο χάρτη, δεν θα πω το όνομα του αν και μόλις και μετά βίας το ξαναθυμήθηκα και οι κάτοικοι θεωρούν πως πέραν από τούτο το χωριό, ζει το χάος και βασιλεύει η αναρχία  και ποιος ο λόγος να ασχοληθείς. Είναι σχετικά απρόσωπο  χωριό, χωρίς καμία αρχιτεκτονική ή φυσική ομορφιά και εκείνο που το κάνει κομματάκι ξεχωριστό είναι ένα μοναστήρι στην κορυφή του λόφου (αν κάποιος κατάλαβε πως μιλώ για το χωριό του αρχικά εύγε ρε φίλε, είσαι μάγκας και δεύτερον σχώραμε μωρέ, γερνάω και ξεχνάω τις καλές λεπτομέρειες :-P).

        Φτάσαμε πρωί Μεγάλης Παρασκευής και με το που φτάσαμε είχε ενημερωθεί και το τελευταίο σπίτι του χωριού και πέρασε από το σπίτι του φίλου που μας φιλοξενούσε για να πει τα «βρε καλώς τα παιδιά, τι να σας φιλέψουμε, περάστε και από το σπίτι μας μια μέρα να τα πούμε ! «. Καταλαβαίνεις μοναδικέ μου αναγνώστη πως ο συνδυασμός νεαρό ηλικίας, καβάλημα λόγω του ρεύματος της εποχής συν το ότι ερχόσουν από την πρωτεύουσα και όσο να ναι αυτώνεις και δέρνεις, μας έκανε να κυκλοφορούμε για τις υπόλοιπες μέρες με ύφος και attitude Madonna στο βίντεο κλιπ του Vogue (άκου τι θυμήθηκα!).Η μέρα κύλησε μεταξύ του το παίζουμε όμορφοι, κυκλοφορούμε  στο χωριό απροσάρμοστα τελείως στην συμπεριφορά πουλώντας μούρη και τελικά καταλήγουμε στο καφενείο ( δεν είχε και άλλο στέκι) με όλους τους αγρότες και τους παππούδες και περνάμε ζάχαρη. Και ήρθε το βράδυ που αρχίζει η περιφορά του επιτάφιου και παθαίνεις το πρώτο και δυνατότερο πολιτισμικό σοκ. Εσύ ντύνεσαι σχετικά καλά ( είσαι φιλοξενούμενη σε ένα χωριό και δεν θες να σε κακοχαρακτηρίσουν όποτε ένα στρας το σηκώνει η περίσταση) όμως με το που φτάνεις στο σημείο συγκέντρωσης ξεχνάς ότι είχες μάθει μέχρι τώρα: η έκφραση «φόρεσε την Άρτα και τα Γιάννενα» θεωρώ σε μια τέτοια αμήχανη στιγμή ειπώθηκε και καθιερώθηκε τελικά. Οι κυρίες του χωριού θεωρώ πως φορούσαν το ρούχο που είχαν ράψει στον τελευταίο –όσο πιο συγγενικό- γάμο  που τους  είχε συμβεί, μάξιμουμ την τελευταία πενταετία όμως πλέον τα  sizes των κυριών  δεν ήταν ίδια με την εποχή που ράφτηκε και πρωτοφορέθηκε το συνολάκι , αν με πιάνεις ενώ οι πιο νεαρές κοπέλες είχαν κοπιάρει την τελευταία λέξη της μόδας που φοριέται στα ντεφιλέ του εξωτερικού ( αλλά δυο σεζόν πίσω ) και τα είχαν φορέσει αλλά όλα μαζί ;-). Οι κύριοι, πιο σοβαροί είχαν βάλει το γαμπριάτικο κοστούμι τους, μύριζε παντού ναφθαλίνη και είχαν ανάλογο βλέμμα, του ήρθα με το ζόρι, ήθελα να κάτσω στο καφενείο και έχω νταγκλάρει από τη μυρωδιά της ναφθαλίνης. Ξεκινάει η περιφορά, όλα βαίνουν καλώς :ένα δυό καούκες καίγονται, ένα δυο παλτό γεμίζουν με λιωμένο κερί, όλοι κουτσομπολεύουν και κανείς μα κανείς δεν δίνει σημασία στα δρώμενα.

            Για κακή μας τύχη, εγώ έτσι το θεώρησα , δεν ξέρω άλλωστε ποιο είναι το στάνταρτ δρομολόγιο σε κείνη την περιφορά, ο επιτάφιος πέρασε μπροστά από το καφενείο του χωριού, που όλοι ευλαβικά σηκώθηκαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον επιτάφιο. Όλοι εκτός από ένα, που θες το πιοτό, θες οι έννοιες, θεώρησε πως είναι η ανάσταση και άρχισε να βαράει μπαλωθιές με το ντουφέκι του. Επικράτησε πανικός, όχι δεν ήταν τόσο φιλήσυχος ο συγκεκριμένος  λαός απλά δεν το περίμεναν και άμα δεν το περιμένουν, αγριεύουν σαν τα σκυλιά που φυλάνε εργοστάσια. Άρχισαν οι τσιρίδες, ο παπάς τα έκανε πάνω του (έτσι εξέλαβα την αλλαγή στην ψαλμωδία), μανάδες φώναζαν τα παιδιά τους «Γιωργάκη σταμάτα αγόρι μου να καις την ξαδέρφη σου και πάμε σπίτι», οι άντρες που είχαν έρθει με το ζόρι βρήκαν ευκαιρία να χωθούν στο καφενείο και να ξαναρχίσουν πρέφα και η πομπή τέλειωσε άδοξα. Εμείς οι νέοι, καβαλημένοι Αθηναίοι, βρήκαμε ευκαιρία να τρυπώσουμε στο πρώτο (και μοναδικό) μπαρ «Καφέ μπαρ, live πρόγραμμα» που βρήκαμε στο δρόμο και εξακολουθήσαμε το γνωστό τροπάριο, «όμορφοι και μοιραίοι». Το οποίο μπαρ, χμμμμ δεν ήταν μπαρ που θα πήγαινες βρε παιδί μου στο καπάκι από τον επιτάφιο (να μου πεις υπάρχει τέτοιο μπαρ; ε αυτό σίγουρα δεν ήταν τέτοιο). Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν μπαρ που θα πήγαιναν οι γυναίκες, όχι, θα πήγαιναν αλλά όχι σαν πελάτισσες, θα στέκονταν σε άλλο σημείο και θα τους κερνούσαν ποτά. Με έπιασες; Ε σε τούτο το χωριό, αυτό το μπαρ, λειτουργούσε  24/7/365, αν με πιάνεις πάλι (έτσι συνθηματικά που τα λέω, αν εξακολουθείς και με πιάνεις μοναδικέ μου αναγνώστη, είσαι αστέρι της αστροφυσικής και αδίκησε αν κάνεις άλλη δουλειά, να το ξέρεις 😉 ). Η βραδιά περιέργως κύλησε καλά, οι θαμώνες έδειξαν ευγένεια και φιλότιμο ξεχωριστό και μετά τα δύο (καραμπόμπα!!) ποτά, ένιωθες πως ήσουν α) σε γνωστό μπαρ των Αθηνών #ψωνάρα β)σε ένα μπαρ γεμάτο φίλους #τύφλα και γ) σε ένα μπαρ γεμάτο κούκλους φίλους #καρατύφλα. Καταλήξαμε λίγο πριν το «δεν θα προλάβω να κάνω ανάσταση αύριο#diplis» στο σπίτι του φίλου που μας φιλοξενούσε όπου διαπιστώσαμε πως ήμασταν τόσο τύφλα που θεωρήσαμε πως το σπίτι έχει και δεύτερο όροφο και κάποιοι κοιμήθηκαν στο πλυσταριό.

             Την άλλη μέρα το πρωί και ενώ ακόμα ένιωθες πως μέσα στο κεφάλι σου υπάρχει ένα καζάνι άδειο, τσίγκινο και κάποιος το κοπανάει με σφυρί, αλαλαγμοί, τουφεκιές, βεγγαλικά και καμπάνες ήχησαν στον αέρα. Λες έγινε πόλεμος, ναι χτες ήμουν πραγματικά πολλή όμορφη και ξεκίνησε εμφύλιος στο χωριό όμως όχι, δεν ήταν αυτό. Σε μερικά μέρη της ελληνικής υπαίθρου, (το κατάλαβα πως ίσως σε πείραξε το χωριό εσένα φιλελεύθερε αναγνώστη μου, όχι εσένα μοναδικέ, τον άλλον λέω ) το μεσημέρι του μεγάλου Σαββάτου γίνεται η μικρή ανάσταση η οποια γιορτάζεται με την ίδια μεγαλοπρέπεια και τα ίδια έθιμα με την βραδινή που γίνεται στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος. Αυτό έχει τα καλά του: χλαπακιάζεις το αρνί μια ώρα νωρίτερα και σπάει το εμπάργκο της νηστείας όμως έχει και το ένα σημαντικό κακό: σε ξυπνάει αναπάντεχα με εκείνο το κεφάλι καζάνι που ούτως ή άλλως το είχες για δικούς σου λογούς #πίνω_μπόμπες_και_παίζω_pro. Ξυπνάς αναστατωμένη, καταλαβαίνεις πως δεν γίνεται πόλεμος για πάρτη σου-κρίμα ρε διάολε- και χαίρεσαι που θα χλαπακιάσεις κόκκινο αυγό με τσουρέκι με τον πρωινό καφέ σου (έλα παραδέξου το, τον αγαπάς και εσύ τούτο το συνδυασμό). Στην αυλή έχει ξεκινήσει γλέντι, ντύνεσαι γρήγορα-γμτ δεν έχεις ντύσιμο πρωινής ανάστασης, μόνο βραδινής- και τρέχεις στην αυλή. Έχει μαζευτεί μεγάλο μέρος του χωριού-σε δημοφιλή κάτοικο είμαστε φιλοξενούμενοι μαθές- βλέπεις και φάτσες από το χθεσινό μπαρ, εύχεσαι να μην γίνει κουβέντα για τα χθεσινοβραδινά δρώμενα και τσουγκρίζεις το πρώτο αυγό. Στο τέταρτο αυγό που τσουγκρίζεις, κάποιοι έχουν πιει και έχουν πει πολλά, κάποιοι από την άλλη μεριά έχουν πιει και έχουν ακούσει πολλά και κάποιοι από την τρίτη πλευρά (ναι σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι μόνο δυο οι πλευρές ) δεν έχουν πιει ούτε έχουν φάει τίποτα και ακούν πεντακάθαρα τα πάντα… και παρεξηγούνται ενώ παράλληλα μεταφέρουν στους μεθυσμένους θιγμένους τα καθέκαστα.

            Καταλαβαίνεις μοναδικέ μου αναγνώστη πως ήταν πλέον 3 το μεσημέρι, ντάλα ο ήλιος, το κρασί έρεε άφθονο και το κέφι είχε φτάσει στο πικ, όχι αυτό το κέφι που φαντάζεσαι,. Οι νηφάλιοι της παρέας είχαν κάνει τους πιωμένους της παρέας τούρμπο από τα νεύρα, κάποιοι προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα πράγματα (όχι εγώ, εγώ είχα πέσει με τα μούτρα στο αρνί, το hangover φέρνει πείνα να ξέρεις)  και κάποιοι ακριβώς το αντίθετο. Ήταν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα μέχρι που έσπασε μια καρέκλα, στα μούτρα κάποιου και το κέφι απογειώθηκε. Δεν θες να μάθεις λεπτομέρειες από τη συνέχεια  την ημέρας μας, όχι δεν θες χρονιάρες μέρες… έσπασαν πολλές καρέκλες και πολλά κεφάλια. Και όλοι παρακαλούσαμε να τελειώσουν πρώτες οι καρέκλες από τα κεφάλια αλλιώς δεν θα είχε σταματημό. Και έτσι και έγινε, μια στιγμή τέλειωσαν οι καρέκλες! Και τότε πιάστηκαν στα χεριά… ναι, ναι, πιάστηκαν στα χέρια και κάποιοι πιο ψύχραιμοι (εγώ όπως τα ξέρεις, πείνα λέμε!) φώναξαν την αστυνομία. Εκτός από τις καρεκλιές όπως καταλαβαίνεις , επεσανε και μηνύσεις και το κέντρο του κακού ήταν φυσικά ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου έγιναν τα ευτράπελα.

         Το βράδυ δεν πήγαμε στην Ανάσταση, ήταν πολύ αναστατωμένος ο πατέρας του φίλου μου που μας φιλοξενούσε. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά, έλεγε,  στην κλειστή κοινωνία του χωριού  και με τι μούτρα  θα βγει να συναντήσει τους συγχωριανούς του και αχ και βαχ. Εμείς πάλι το βρήκαμε αφορμή να πάμε μια ώρα αρχύτερα στο γνωστό «Καφέ μπαρ, live πρόγραμμα» που πλέον είχε γίνει στέκι  και έτσι περάσαμε και το βράδυ της ανάστασης.

       Την άλλη μέρα πια-που ήταν μιλημένο ξηγημένο πως ασχέτως πιόματος θα σηκωθούμε να βοηθήσουμε στη σούβλα- ο πατέρας του φίλου μου ακόμα δεν είχε ξεπεράσει τη χθεσινή  προσβολή και πρότεινε να φορτώσουμε το αρνί στο αμάξι και να  πάμε όλοι μαζί στο δίπλα χωριό, στην ξαδέρφη του να σουβλίζουμε και όπου μας βγάλει, ακούστηκε λίγο τρομακτικό αυτό γιατί το όπου μας βγάλει μαζί του, μας βγάζει σε ένα και μόνο : ξύλο, όμως πήγαμε. Κουβαλήσαμε το πτώμα του αρνιού στο πορτ μπαγκάζ όπως τα πτώματα  στο Pulp Fiction #ταινιάρα και πήγαμε στο δίπλα χωριό. Εκεί δεν είχαμε πολλά πολλά, μάλλον είχαν ενημερωθεί  για όλα και σου λέει άσε μην μας αρχίσουν στις καρεκλιές, αυτοί τέτοιοι είναι και κάτσαμε και φάγαμε ήσυχα ήσυχα!

       Την επομένη μέρα και με τέτοιο κλίμα που επικρατούσε στο χωριό, τα μαζέψαμε και φύγαμε, πήραμε το δρόμο  της επιστροφής και τώρα η εθνική οδός Αθηνών Πατρών μας φαινόταν παιχνίδι μπροστά στα δράματα που είχαμε ζήσει στο χωριό (ναι από τότε ήταν τόσο χάλια αυτός ο δρόμος, μην σου πω είναι ίδιος από τότε ),  σταματήσαμε στην επιστροφή στα Goodies στην εθνικη#κλασική_συνηθεια_των_’90s  για να φάμε τίποτα, νηστικά ήμασταν και γυρίσαμε σπίτι #home_sweet_home.

Όλα αυτά που έχω γράψει παραπάνω, το έκανα για να σου κρατήσω παρέα τις ζόρικες ώρες που θα είσαι με φρικιαστικούς φίλους και συγγενείς κάπου σε ένα μέρος της Ελλάδος  μα κυρίως το έκανα για να καταλάβω (και μακάρι να καταλάβεις και εσύ) πως όλα αυτά κάποτε τα χλεύαζα, τώρα μου φαίνονται τόσο όμορφα και ρομαντικά οπότε να φροντίσω μην μου φαίνονται αργότερα και αυτά που ζω και τώρα και δεν τα εκτιμώ….. ελπίζω να με έχεις καταλάβει για άλλη μια φορά!

Οπότε Enjoy και καλή Ανάσταση, όπου και όπως την επιθυμείς.

 Υ.Γ. Ακούς και αυτό, αν αντέχεις :-p

 

 

 

 

Advertisements

About mamasdoanddonts

Είμαι το τρίτο παιδί μιας χαρούμενης -την λες και έτσι - οικογένειας που πριν από σχεδόν 40 χρόνια τη γέμισε χαρά με τον ερχομό της. Σαν φοιτήτρια σύχναζα στα στέκια του Οικονομικού Πανεπιστημίου -ενίοτε έμπαινα και μέσα με λίγη τύχη και περισσότερο σπρώξιμο -αν και τελικά τα οικονομικά δεν έκλεψαν την καρδιά μου. Τα τελευταία 14 χρόνια η ζωή μου είναι χωρίστρα μεταξύ του περιποιούμαι το αγόρι που αγαπώ και το πουλάω/ αγοράζω σπίτια... Όχι δεν έγινα επενδυτής... Είπαμε τα οικονομικά/οικονομία/μαζεύω πέντε φράγκα δεν έκλεψαν ποτέ την κάρδια μου, ούτε την φλέρταραν μην σου πω! Μεσίτρια έγινε και το αγάπησα πιότερο και από τον καφέ μετά από σαββατιάτικη βόλτα στα μαγαζιά με φίλες. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχει έρθει στη ζωή μου το Λυδόνι-χελιδόνι που φέρνει την άνοιξη -μην με ρωτάς γιατί χελιδόνι, την άνοιξη όμως την έφερε σίγουρα. Επίσης αγαπώ μέχρι τρέλας τις φίλες μου (μαύρο ψωμι#κατι_δικα_μας), τον πατέρα Λυδονίου , το Λαρόνι- μακαρόνι ( το δεύτερο τριχωτό και τετράποδο παιδί μου),το σέρφινγκ (στο Ίντερνετ Παναγία μου , θεός φυλάξει), το shopping και ότι λατρεύουν τέλος πάντων οι γυναίκες που ακόμα δεν έχουν βρει το τέλειο ζευγάρι παπούτσια και το ιδανικό χρώμα μαλλιών. Υ.Γ. : σβήστα όλα και κράτα το Λυδόνι... Αρκεί !
This entry was posted in Εμπειρίες, Σχέσεις and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s