Κρέμα νυκτός .

         Η κρέμα που φοράω τα βράδια (οκ όποτε το θυμάμαι, ας μην κοροϊδευόμαστε ) μεταξύ άλλων, γράφει και  45+. Σπάνια του δίνω σημασία αλλά σήμερα, κόλλησε το μάτι μου εκεί.

      45+. Και είμαι εγώ. Ναι εγώ που προχθές, μα το θεώ προχθές ήταν, είπα στο εαυτό μου «τι χαζεύεις; Έφτασε εννέα, έχεις διάβασμα ακόμη». Και εννοούσα σχολείου,  έστω πανεπιστήμιου… έτσι ήταν το φίλινγκ μου, πως έχω αφήσει πίσω το διάβασμα και δεν θα προλάβω. Η’ μέχρι και πριν 10 χρόνια, ακόμη είχα τύψεις όποτε επέλεγα να κάνω κάτι άλλο παρά να διαβάσω και πως θα περάσω τόσα μαθήματα στην εξεταστική.

           Εμένα λοιπόν, που ακόμη νιώθω πως μέχρι χτες πήγαινα σχολείο, εμένα λοιπόν , η κρέμα νυκτός μου γράφει 45+. Και να έλεγα πως κάτι κάνει η ρουφιάνα επιπλέον από τις 30+, θα έλεγα χαλάλι τον ψυχολογικό πόλεμο. Μα όχι, το μόνο που κάνει είναι να σου θυμίζει πως είσαι 45+ και να πράττεις ανάλογα.

         Αυτό που το μυαλό μου δεν ταιριάζει με την ημερομηνία γέννησης στην ταυτότητα, σου συμβαίνει και σένα; Και εσύ θεωρείς πως ακόμη είσαι μικρός /ή για όλα αυτά που έχεις να διεκπεραιώσεις και έχεις χρόνο ακόμη; Το νιώθεις και εσύ, έλα πες. Ανωριμότητα άκουσα κάπου από πίσω; Ίσως ναι, και ανωριμότητα φοβάμαι πως είναι γιατί ταιριάζει και με άλλα δείγματα ανωριμότητας που έχω στη συμπεριφορά μου κατά καιρούς. Όμως εγώ θα προτιμήσω να πω πως είναι αντίσταση. Η αντίσταση σε αυτό το «μεγάλωμα» του σώματος. Έτσι λοιπόν, τον τελευταίο καιρό αποφάσισα να αντισταθώ και πήγε πολύ καλά : έκανα 2 εξτρά τρύπες στα αυτιά, έκλεισα ραντεβού για τα επόμενα τατουάζ μου (οκ έκλεισα ραντεβού και για μπότοξ αλλά ειλικρινά ποιος μετράει;), έκανα Τάι Τσι στην παραλία της Αρβανιτιάς, πήγα την κόρη μου την πρώτη της βόλτα σε εστιατόριο ΜΟΝΟ φίλες, αγόρασα ΜΩΒ γυαλιά πρεσβυωπίας γιατί αν δεν φορέσω μωβ τώρα που είμαι μικρή, πότε; ,αγκαλιάστηκα με άγνωστους ανθρώπους σε ένα κάμπινγκ στο Δρέπανο, κάνω 12 αγκαλιές την ημέρα έκτοτε, έκανα ποδήλατο μετά από 10 χρόνια , πήγα σε μπουζούκια επίσης μετά από τόσο καιρό και το ευχαριστήθηκα με τρέλα, έχασα κιλά και έβαλα παντελόνι που φορούσα στο πανεπιστήμιο, έκανα αγκαλιές με όλα τα παρελκόμενα με το αγόρι μου,  σε ένα κανό, μεσοπέλαγα του Κορινθιακού.  Έκανα αντίσταση. Και θα εξακολουθώ να κάνω κάθε φορά που σκέφτομαι πως η κρέμα νυκτός μου γράφει 45+.

          Και σε εκείνες τις στιγμές, θυμάμαι τον πατέρα μου. Ακόμη και λίγο πριν αρρωστήσει και φύγει, να μας θυμίζει με καμάρι πως πότε δεν έχει νιώσει την ηλικία που είναι. Πως πάντα θεωρεί πως έχει χρόνο, έχει δρόμο μπροστά, είναι ακόμη νέος στη ψυχή και όλα γίνονται. Αυτό σίγουρα δεν το έλεγα ανωριμότητα (οκ ίσως το έλεγα τη φορά που επέμενε πως μπορεί να δουλεύει 18 ώρες την ημέρα και ας ήταν 75+ χρονών ). Αυτό το έλεγα αγάπη για ζωή.

       Και θα προσπαθήσω, σιγά σιγά, να  ονομάσω έτσι και την αντίσταση μου.

 

 

*Είναι birthday post, δείξε αγάπη.

*Ακούς αυτό.  

Advertisements
Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | Σχολιάστε

Ένα κάποιο, 10χρονο κορίτσι. #Ανδριάνα

       

 

           Ένα 10χρονο κοριτσάκι, σίγουρα θα το διάβασες κάπου στον κόσμο των social media , έφυγε από τούτη τη ζωή. Ένα πανέμορφο, 10χρονο κοριτσάκι, με λαχτάρα για ζωή και με όληηηη τη ζωή μπροστά της. Ένα 10χρονο κορίτσι αποφάσισε να φύγει για «μεγάλα» ταξίδια, έτσι στα ξαφνικά.

          Και από το πρωί συναντάω παντού αυτήν την είδηση και κάθομαι και την ξαναδιαβάζω και προσπαθώ να το χωρέσει ο νους μου. Μα δεν χωράει, σε κανένα νου δεν μπορεί να χωρέσει πως πέθανε ένα 10χρονο κορίτσι. Κοιτώ τις φωτογραφίες που αναδημοσιεύονται η’ αυτές που έχει η μάνα του στο προφίλ και σκέφτομαι ένα και μόνο :είναι ένα πανέμορφο 10χρονο όπως όλα αυτά που ξέρω, όπως η κόρη μου, όπως οι φίλες της, όπως τα παιδιά αγαπημένων φίλων μας. Είναι ένα 10χρονο κορίτσι σαν τα δικά μας… μπορει να ήταν το δικό μας . Και το βλέπω τόσο συχνά αυτό γύρω μου, χάνονται παιδάκια που δεν έχουν καν προλάβει να απολαύσουν τούτη τη ζωή. Οικογένειες βυθίζονται στο πένθος και στον πόνο, από μια απώλεια που τους στέρησε τα παιδιά τους. Δεν αντέχω να το σκέφτομαι όμως φορές Φορές το φοβάμαι τόσο που προσπαθώ να το συνηθίσω.  Ναι όπως το ακούς, προσπαθώ να συνηθίσω το θάνατο των παιδιών γιατί τον βλέπω τόσο συχνά γύρω μου και πονάει. Μα δεν συνηθίζεται ρε διάολε, δεν μπορεις να συνηθίσεις πως ένα 10χρονο, πανέμορφο κορίτσι, σήμερα δεν ζει. Έχει πεθάνει . Είναι οι γονείς  της εκεί μόνοι… και θα την περιμένουν. Ίσως και για πάντα . θα περιμένουν να γυρίσει εκείνο το πανέμορφο κορίτσι τους.

            Δεν μπορεί να αναλωνόμαστε σε χιλιάδες μαλακίες (σχώραμε που μιλάω έτσι, δεν γίνεται να ειπωθεί αλλιώς ) και να υπάρχουν 10χρονα κορίτσια και αγόρια που υποφέρουν. Που βρίσκονται σε κρεβάτια πόνου, που εξαρτώνται από θεραπείες και επώδυνες εξετάσεις, που πεθαίνουν καθημερινά. Δεν είναι τα 10χρονια αγόρια και κορίτσια για να είναι σε κρεβάτια πόνου. Δεν γίνεται να πεθαίνουν αθώα πλάσματα που  ακόμη δεν έχουν ζήσει τη ζωή τους. Δεν είναι δυνατόν. Και εμείς νιώθουμε πως έρχεται το τέλος του κόσμου όταν η δουλειά μας δεν πάει καλά, όταν δεν μας βγαίνουν τα λεφτά για εκείνο το καινούργιο μοντέλο κινητού, όταν θα πάμε διακοπές σε εξοχικό φίλων αντί σε ξενοδοχείο όπως θέλαμε, όταν το παιδί μας πάει σε δημόσιο αντί σε ιδιωτικό σχολείο, όταν τρακάραμε λίγο το αμάξι και πως θα πληρώσουμε τη ζημιά ή ακόμη χειρότερα πως θα το πούμε στον άντρα μας. Και κάπου σε κάποιο νοσοκομείο παίδων , ένα 10χρονο κορίτσι, αφήνει την τελευταία του πνοή και μια αγκαλιά μιας μάνας, μένει κενή για πάντα.

          Και τότε σκέφτομαι εκείνη τη μάνα …αχ αυτή η μάνα. Τι να της πεις; Ποια αγκαλιά; Ποιο φιλί; Ποια κουβέντα μπορεί να  την κάνει να νιώσει καλύτερα ; Όλα είναι ένα τίποτα… τίποτα και πόνος. Αχ ρε μάνα, αχ ρε πάτερα! Πως ξημερώνεται ένας τέτοιος πόνος; Πως κυλάει; Πως θα βρει κουράγιο να συνεχίσει τη ζωή της; Έχει άλλο παιδί άραγε; Να πιαστεί από κάπου, να βρει νόημα. Α ρε μάνα, πόσο σε σκέφτομαι και  σε πονάω.

         Δεν ξέρω τι άλλο να πω, έχει στερέψει το μυαλό μου από σκέψεις . Το μόνο που έχω είναι απορίες, χιλιάδες απορίες για την άδικη ζωή αλλά και για το γιατί πεθαίνουν 10χρονα αγόρια και κορίτσια.

        Και γιατί η Ανδριάνα δεν είναι πια μαζί μας.

*Για κείνο το πλάσμα.

**Ακούς αυτό.

*** Οι γονείς της ανάρτησαν αυτο: «Αυριο στις 12:00 θα γινει η κηδεια της κορουλας μας Ανδριανας Αναπλιωτη, στο νεκροταφειο του Βυρωνα. Αντι στεφανων θερμα σας παρακαλω καταθεστε ενα ποσο αιτιολογια Ανδριανα Αναπλιωτη στο Προτυπο Εθνικο Νηπιατροφειο Καλλιθεας. Οι τραπεζικοι λογαριασμοι ειναι 

Alpha bank 226002001000102 , iban GR7501402260226002001000102

Εθνικη 137/001275-02 , iban GR7401101370000013700127502

Το βραδυ πριν να πεσει για υπνο και παθει το ανευρισμα εκλαιγε που υπαρχουν φτωχα και ορφανα παιδακια Σας παρακαλω καντε το κοινοποιηση»

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | Σχολιάστε

To ίνμποξ της ζωής σου.

     

         Είχε κυκλοφορήσει κάποτε ή κυκλοφορεί συχνά πυκνά όποτε συμβαίνει κάτι στα σόσιαλ μίντια, το αστειάκι: όταν ανοίξει το ίνμποξ μας θα δεις χαμός ή όταν βγουν στη φόρα οι συνομιλίες θα δεις σκάνδαλο κλπ. Και το έχω σκεφτεί πολλές φορές όταν το ίνμποξ μου παίρνει φωτιά. Υπάρχουν μέρες που το περιεχόμενο του ποικίλλει από συνταγές φαγητών και οδηγίες πλυσίματος ρούχων μέχρι ερωτικές συμβουλές ή  σχολιασμό φωτογραφιών διάσημων και ωραίων αντρών. Τα ξέρεις μωρέ, τα κάνεις και εσύ , μην βλέπεις που εγώ τα λέω .

         Αυτό όμως  που με συγκλονίζει κάθε που το ίνμποξ μου (και εγώ μαζί του) παίρνει φωτιά είναι πως ένα και μόνο είναι τα συστατικό που τα κινεί όλα αυτά : η αγάπη ή  ο θυμός από την έλλειψη της. Αγάπη για το φαγητό, για την τέχνη, για τη φιλία, για τον έρωτα, για το σεξ, για τα ταξίδια, για ωραίες βόλτες στην Αθήνα, για τους ωραίους άντρες, για τα παιδιά …όλα και τα πάντα περιτριγυρίζουν γύρω από την αγάπη. Και όταν η αγάπη για αυτό που μιλάς περισσεύει και ξεχειλίζει, τότε η συνομιλία σε ανεβάζει στα ουράνια, σε κάνει να νιώθεις σπουδαίος και να τα βλέπεις όλα με άλλο μάτι. Και όταν η αγάπη λείπει, έχει στερηθεί εδώ και καιρό και μόνο ο θυμός υπάρχει στη ψυχή σου, η συνομιλία πνίγεται, σκοτεινιάζει, σε κάνει να πονάς και να σου βγάζει τον άσχημο εαυτό σου. Συμβαίνουν και τα δύο, συμβαίνουν συχνά .

          Και ενώ θεωρητικά οι συζητήσεις μεταξύ φίλων σου ξεκινούν χαλαρά και ήρεμα, στην πορεία ξεδιπλώνεται εκείνη η αγάπη ή ο θυμός  που ανέφερα παραπάνω και σε παρασύρει. Και καλά όταν είναι αγάπη, τότε σε παρασύρει και σένα και αρχίζεις να σκέφτεσαι με αγάπη ότι συζητάς. Και ανεβαίνει η ψυχούλα σου, νιώθεις ανάταση και ομορφιά, λες συνέχεια αυτά τα κλασσικά τι ωραία που είναι η ζωή, μλκια που τσακώνομαι με Τ., θα περάσει και το αυτό το πρόβλημα και όλα αυτά. Μα όταν είναι θυμός, όταν όλη η συζήτηση «φωνάζει» πως ο συνομιλητής δεν αγαπιέται, δεν έχει αγαπηθεί, έχει πάψει να νιώθει όμορφα με τον εαυτό του και νιώθει λύπη ..μα κυρίως θυμό. Θυμό για εκείνον που τον έφερε σε αυτή την θέση, θυμό για εκείνον που τον ταλαιπωρεί, θυμό για αυτά που ζούμε, θυμό παντού. Και μοναξιά. Και όσο μόνος νιώθει, τόσο θυμό βγάζει . Και όσο  θυμώνει, του φταίνε όλα. Τώρα του φταις και εσύ που μέχρι πριν μιλούσατε για το ότι φταίνε οι άλλοι. Τώρα και εσένα σου φταίνε όλα, θύμωσες και εσύ, είναι σκατά η ζωή, καλά κάνω και τσακώνομαι με Τ. ,  δεν θα το ξεπεράσουμε ποτέ αυτό το πρόβλημα και όλα αυτά τα όμορφα.

           Και το ακόμη πιο περίεργο είναι πως όταν μιλάς με φίλους στον ινμποξ, όταν ανοίγουν τη ψυχούλα τους καταλαβαίνεις πως όλα αυτά που τους απασχολούν με αγάπη ή θυμό απασχολούν και άλλους, τα ίδια θέλουν και εκείνοι, τα ίδια αγαπούν ή μισούν ή τους κάνουν να θυμώνουν. Τα ίδια ζητούν, αγάπη μόνο . τότε γιατί δεν μπορούμε να τα βρούμε; Γιατί ζοριζόμαστε και οι σχέσεις μας γίνονται τόσο πολύπλοκες ; Γιατί υπάρχουν μέρες που παίρνει φωτιά από το θύμο και όχι τόσες από αγάπη; Αφού δεν μπορούν να μας την πάρουν την αγάπη, ούτε να μας την στερήσουν , ούτε να λιγοστέψει, γιατί δεν τη μοιράζουμε; Γιατί δεν τη αφήνουμε να κυκλοφορήσει; Γιατί δεν λέμε κατάμουτρα παρά μόνο γράφουμε στα ινμποξ πόσο  πολύ αγαπάμε ή  πόσο πολύ έχουμε στερηθεί αυτήν την αγάπη και θυμώνουμε και πονάμε; Γιατί δεν λέμε στο φίλο πόσο μας πλήγωσε που χάθηκε από τη ζωή μας , πόσο μάπας είναι ο άντρας μας που μας παραμελεί, πόσο λάθος φέρθηκε ο προϊστάμενος μας , πόσο μας κουράζει το παιδί μας και θέλουμε μια μέρα ρεπό, πόσο δίκαιο έχεις που μου είπες πως έχω μπλέξει αλλά φοβάμαι να το παραδεχτώ ; Γιατί ψάχνουμε επιβεβαίωση και αγάπη σε λάθος ανθρώπους και όχι σε αυτούς που πραγματικά μας ενδιαφέρει; Γιατί αναλωνόμαστε με θέματα που πραγματικά δεν μας αφορούν αντί να ξοδεύουμε τις αλήθειες μας μόνο εκεί που μετράει; Γιατί δεν τα λέμε εκεί που πρέπει και τα μοιραζόμαστε σε αυτό το ινμποξ; Γιατί οι αλήθειες μας μόνο όταν είναι κρυφές, βγαίνουν στην επιφάνεια;Γιατί δεν τα κάνουμε όλα πιο απλά και να στέλνουμε ξεκάθαρα, κατάμουτρα και to the point σε αυτούς που αφορούν και όχι εκεί που έχουν την υπομονή να μας ακούνε; Γιατί πληγώνουμε αντί να αγαπάμε;

 

        Εύχομαι αυτό που κατά καιρούς κυκλοφορεί στα σόσιαλ μίντια  να  γίνει αλήθεια , να ανοίξει το ινμποξ μας και να γίνει χαμός. Να γίνουν όλα αποκαΐδια και να αρχίσουμε από την αρχή. Χωρίς μάσκες και κρυμμένα ινμποξ.

        Μόνο με αγάπη . 

*Ακούς αυτό.

**Και αυτό.

 

 

 

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε μέσα του θυμό

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο.

 

Το ψαράκι αυτό ζούσε σε μια θάλασσα μακρινή, λίγο μικρή μεν, αλλά γεμάτη ψάρια, πολλά άλλα ψάρια. Πρέπει ακόμα να σας πω ότι αυτό το ψαράκι έμενε με τους γονείς του. Κι ότι ο ψαρομπαμπάς του και η ψαρομαμά του ήταν πολύ αυστηροί μαζί του.

Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά το εμπόδιζαν να κάνει ένα σωρό πράγματα*. Του καταλόγιζαν ότι κολυμπούσε, ότι έπαιζε, ότι έκανε θόρυβο με το στόμα του, με δυο λόγια, το ψαράκι αυτό είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν έκανε ποτέ αυτό που έπρεπε. Συχνά αναρωτιόταν εάν οι γονείς του ήταν οι αληθινοί γονείς του, τόσο αυστηροί φαίνονταν.

 

Αλλά πρώτα απ΄όλα τους φοβόταν πολύ, κυρίως τον μπαμπά του, τη μαμά του λιγότερο, αλλά τη φοβόταν λίγο κι αυτή. Αυτό το φόβο τον έκρυβε πολύ βαθιά μέσα του, ποτέ, ποτέ δεν θα τον ομολογούσε σε κανέναν. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε; Τα άλλα ψάρια δεν έδειχναν να φοβούνται.

Έτσι κάθε πρωί, αυτό το ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο, όταν έφτανε στο σχολείο των ψαριών, ξέρετε τι έκανε; Ε, λοιπόν, έδινε μια και κολυμπούσε προς τα άλλα ψάρια που βρίσκονταν στην αυλή του σχολείου και τα δάγκωνε. Ναι, τα δάγκωνε με το ψαρόστομά του, έτσι, χρατς, χρατς!

 

Τα χτύπαγε κιόλας με τα πτερύγια του, με την ουρά του. Τους έριχνε νερό στα μάτια για να κλαίνε. Ναι, ναι τα ψάρια κλαίνε. Δεν το βλέπουμε γιατί τα δάκρυά τους ανακατεύονται με το νερό της θάλασσας, αλλά τα ψάρια όντως κλαίνε.

Προφανώς, όλοι, όλα τα ψάρια, έμεναν κάθε φορά έκπληκτοι βλέποντας το Μάτεο το ψαράκι να δαγκώνει και να χτυπάει έτσι. Τα άλλα ψαράκια τον φοβόντουσαν. Έτσι ήταν!

 

Αφού αυτό φοβόταν τον μπαμπά του και λίγο τη μαμά του, ήταν πολύ λυπημένο. Αν ξέρατε πόσο λυπητερή είναι η λύπη ενός μικρού παιδιού ψαριού! Είναι τόσο λυπητερή, που καμιά φορά κάνει το νερό της θάλασσας γκρίζο, μπορεί και μαύρο.

Καμιά φορά βλέπουμε τη θάλασσα έτσι μαύρη, καθόλου γαλάζια, ούτε πράσινη, ούτε ευτυχισμένη, μαύρο κατράμι. Ε λοιπόν, σας το λέω, είναι εξαιτίας της λύπης των μικρών παιδιών ψαριών!

Κάποια μέρα, η δασκάλα του σχολείου των ψαριών πλησίασε το Μάτεο και του είπε:

–  Σ’ έχω δει να χτυπάς τα άλλα ψαράκια. Τις περισσότερες μάλιστα φορές σ’ εμπόδισα να το κάνεις. Εγώ δε θέλω να σε φοβούνται τα άλλα ψαράκια. Πρόσεξα καλά ότι συχνά έχεις πολύ θυμό μέσα σου. Είναι μέρες που γίνεσαι κατακόκκινος από το θυμό σου.

 

Χτες το βράδυ, πριν πάω για ύπνο, σε σκέφτηκα, και προβληματίστηκα πολύ, και μετά μου ήρθε μια ιδέα! Σου έφερα ένα κουτί για να βάζεις το θυμό σου. Είναι ένα κουτί όπου μπορούν να αφήνουν το θυμό τους τα ψαράκια.

 

Το πρωί όταν έρχεσαι, μπορείς να βάζεις το θυμό σου στο κουτί, και το βράδυ, αν θέλεις, θα σου τον επιστρέφω, για να γυρνάς στο σπίτι. Αν πάλι το επιθυμείς, ο θυμός σου μπορεί τη νύχτα να κοιμάται εδώ, στο σχολείο. Έτσι, το επόμενο πρωί θα είναι ξεκούραστος…

Ο Μάτεο, το ψαράκι, έμεινε να κοιτάει έκπληκτο τη δασκάλα των ψαριών. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν θυμοκούτια, φοβοκούτια, λυποκούτια, όπου μπορείς να βάζεις τους θυμούς, τις λύπες ή τους φόβους σου.

Εκείνο το πρωί δεν είπε τίποτα, αλλά την άλλη μέρα έφτασε μ’ ένα πολύ μικρό κοχυλάκι, που είχε βρει στο δρόμο για το σχολείο, στο βυθό της θάλασσας.

Είπε στη δασκάλα του σχολείου των ψαριών:

-Κυρία, θα ήθελα να βάλω τη σημερινή πρωινή μου λύπη στο κουτί του θυμού…

Η δασκάλα πήρε το κοχυλάκι, το κοίταξε πολλή ώρα και είδε ότι έκρυβε μέσα του μεγάλη λύπη όντως. Κατάλαβε ότι οι θυμοί είναι λύπες που δεν μπορούν να εκφραστούν αλλιώς. Έβαλε το κοχυλάκι στο κουτί του θυμού, όπως της είχες ζητήσει ο Μάτεο, το ψαράκι. Νομίζω μάλιστα ότι τον φίλησε, αλλά δεν είμαι και σίγουρος, γιατί δεν ξέρω πως φιλιούνται τα ψάρια!

Η συνέχεια της ιστορίας; Ε, λοιπόν, δεν την ξέρω ακόμα.

Η δασκάλα του σχολείου των ψαριών μου είπε ότι θα μου την έλεγε κάποια μέρα.

Έκτοτε έμαθα ότι και άλλες δασκάλες, στα σχολεία των ψαριών, είχαν υιοθετήσει τη συνήθεια να προτείνουν κουτιά για να βάζει κανείς τα οδυνηρά αισθήματα. Έτσι ώστε τα ψαράκι να μην παραμένουν φορτωμένα, φορτισμένα ή μολυσμένα από αρνητικές σκέψεις ολόκληρη τη μέρα. Κάτι μου λέει ότι αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και με τα μικρά των ανθρώπων.

Έτσι τελειώνει προς το παρόν ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε τόσο θυμό μέσα του… που θα μπορούσε να καταπιεί ολόκληρη τη θάλασσα.

 

* Μπορεί να φοβόνταν μη χτυπήσει ή μη χαθεί! Ποτέ δεν το είπαν γιατί οι ψαρογονείς δεν μιλάνε πολύ για τον εαυτό τους. Δεν έχετε ακούσει που λένε: «Σιγή ιχθύος»!

 

Πηγή : ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

Posted in Άρθρα φίλων, Σχέσεις, Ψυχολογία | Σχολιάστε

Ο χτύπος στην πόρτα.

       Σου έχει τύχει και σένα. Είμαι σίγουρη. Να είσαι κάπου,  σχεδόν ολομόναχος και να ακούς ήχους η’ να νιώθεις κινήσεις που να σου φέρνουν χαρά και συγκίνηση γιατί σημαίνει πως έρχονται αγαπημένα σου πρόσωπα. Να ακούς τον ήχο ενός συγκεκριμένου αμαξιού, τον ήχο από μια αρμαθιά κλειδιά , ένα σκύλο που γαυγίζει, ήχο από συγκεκριμένες πατημασιές  και να χαίρεσαι γιατί ξέρεις πως σε λίγα δευτερόλεπτα θα δεις κάποιον που αγαπάς. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ;

       Να μαι και εγώ εδώ λοιπόν, ολομόναχη στο σπίτι.  Το παιδί μόλις έχει κοιμηθεί και εγώ μαζεύω τα πιάτα στην κουζίνα. Ακούω χτύπο στην πόρτα, ελαφρύ και γνώριμο. Κοιτάω την ώρα ασυναίσθητα. Εννέα παρά.  Εκείνος είναι. Την ώρα που επιστρέφει σπίτι, σταματάει για λίγο να δει τη μικρή. «Έρχομαι». Παλιά χτυπούσε το κουδούνι αλλά την ξυπνούσε και του είπα να κτυπάει την πόρτα και εγώ θα έχω το νου  μου και θα ανοίγω. Ξαναχτυπάει. «Έρχομαι». Πλησιάζω  προς την πόρτα. Χτυπάει ακόμη . «Έρχομαι σου λέω». Ρε παιδί μου όσο κουρασμένος και να είναι, εδώ, να δώσει παρών. Συνεχίζει να χτυπάει. Πλέον είμαι  στο χερούλι της πόρτας και ανοίγω.

          Δεν είναι κανείς. Φυσικά και δεν είναι κανείς. Ο μπαμπάς μου έχει φύγει τρία χρόνια. Τρία χρόνια έχει πάψει να σταματάει, σχεδόν  κάθε βράδυ,  για να δει για λίγο το Λυδόνι . Όμως τώρα ξαφνικά , θα έδινα όρκο πως πραγματικά άκουσα εκείνο το χτύπο, το γνώριμο, στην πόρτα. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι; Και πραγματικά πίστεψες πώς αν το κάνεις όπως το έκανες πριν τρία χρόνια, θα άλλαζαν όλα και στην άλλη άκρη της πόρτας θα ήταν όντως ο μπαμπάς σου. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ; Να ξέρεις πως είναι αδύνατον να συμβαίνει αυτό που θα ήθελες αλλά να ελπίζεις πως ίσως και γίνει; Σαν το άσχημο τέλος μιας ταινίας που ξαναβλέπεις και εύχεσαι αυτή τη φορά να έχει αλλάξει το φινάλε. Σου έχει τύχει και σένα, έτσι δεν είναι ;

         Κλείνω την πόρτα. Η φαντασία μου ακούει ακόμη τη φωνή.

«Νάνσυ άνοιξε, την πρόλαβα;»

Α ρε πατέρα …την πρόλαβες αλλά για λίγο.

Υ.Γ. Ακούς αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Προσοχή: το αεροπλάνο περιέχει τοποθέτηση ανηλίκου.

        Είχαμε καιρό να πάμε ταξίδι αεροπορικώς με Λυδόνι και είχα ξεχάσει την αίσθηση. Αυτό την αναμονής, της απέραντης χαράς, του ενθουσιασμού, της έξαψης. Οκ δεν είναι όλα τόσα ρόδινα. Τι εννοείς μην είμαι αυστηρή και στρίγγλα; Αρχικά θα είμαι άμα θέλω, δικό μου ποστ είναι τούτο και πουλάω όποια μούρη θέλω  και δεύτερον δεν έχεις ιδέα τι έγινε.

      Το ξυπνητήρι ήταν για τις 6.15. Κοιμόμαστε μαζί γιατί λείπει ο πατέρας της (ναι, ναι ξέρω, τεράστιο παιδαγωγικό λάθος. Συμπλήρωσε μια αίτηση και βαλε το στην ντάνα με τα άλλα παιδαγωγικά μου λάθη και προχώρα ). 5.00 νιώθω κάποιον να μου ανοίγει τα βλέφαρα «μαμά κοιμάσαι ;», « όχι πια αγάπη μου. Τι θες;» , «είπα να σε ξυπνήσω μήπως σε πάρει ο ύπνος και αργήσουμε ως συνήθως (κάνε παιδί να δεις καλό ε;). έχω αγωνία με το ταξίδι, πότε θα πάμε στο αεροπλάνο;». τι να της απαντήσω τώρα; Πως πρέπει πρώτα να έρθει η ώρα της πτήσης και όχι σαράντα ώρες πριν; Δεν είπα τίποτα, σηκώθηκα στην μαύρη νύχτα.  Ο σκύλος-φονιάς, ο άγρυπνος φρουρός του σπιτιού μας, ροχάλιζε τόσο πολύ που μου ερχόταν να τον δώσω επιτόπου για υιοθεσία προκειμένω να μην τον βλέπω. Έκανα πρωινό για να περάσει η ώρα και για να μην ξανακοιμηθώ. Άλλωστε τα είχα όλα στην εντέλεια –κρεμασμένα ρούχα στις καρέκλες της κουζίνας, τσάντες έτοιμες με όλα τα πράγματα μέσα ταχτοποιημένα κλπ. Στο σημείο αυτό εύχομαι να μην με διαβάζει κανένας φίλος μου αγαπημένος παρά μόνο εσύ μοναδικέ μου αναγνώστη άρα το πούλημα μούρης για την οργάνωση μου, να πιάσει τόπο. Ήρθε το ρημάδι το ταξί, μπήκαμε μέσα. Ακόμα τσίτα το κορίτσι μου , πότε φτάνουμε ηχούσε στα αυτιά μου ανά πέντε λεπτά. Για κακή μας τύχη, το ταξί είχε μια σούπερ κουλ θέση πίσω από τη θέση του  οδηγού που ρυθμίζεται στο ύψος για παιδάκια. Για ακόμη πιο κακή μας τύχη, την έδειξε στο Λυδόνι. Για το τέρμα της κακής μας τύχης, τη χάλασε από το ανεβοκατέβα του κουμπιού μέχρι να φτάσουμε αεροδρόμιο. Ο οδηγός είπε δεν πειράζει, θα την φτιάξω, παιδιά είναι. Έβγαλα μόνη μου τις βαλίτσες και δεν μας είπε καλό ταξίδι. Για κλανιάρηδες ανθρώπους σαν εμένα, αυτό ήταν κακό σημάδι αλλά δεν έκανα σκηνή.

            Μπαίνουμε στο αεροδρόμιο, έχει κάνει τσεκ ιν το αγόρι από προχθές. Θέλει καρότσι λέει, πάμε για καρότσι δεν έχω ψιλά, δεν παίρνει το μηχάνημα χαρτονομίσματα. Πάω και παίρνω νερό, πάμε πίσω στο καρότσι, παίρνουμε καρότσι. Το Λυδόνι έχει πιει ήδη το μισό μπουκάλι νερό. Έκανες τσίσα πριν φύγουμε; Όχι. Θέλω τώρα. Πάμε για τσίσα. Σέρνω ένα καρότσι με βούληση και πείσμα, τουτέστιν με πάει όπου θέλει. Περνάμε έλεγχο, μου φαίνεται πως  με λυπηθήκαν και δημιούργησαν ειδική γραμμή για μας τις δυο. Ωραία φάση. Στο μηχάνημα έλεγχου, το Λυδόνι κοιτάζει αναλυτικά τη λίστα με τα πράγματα που ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να έχεις στην τσάντα σου. «μαμά είσαι σίγουρη πως δεν το έχεις  αυτό στην τσάντα σου;» άκουσα τη γλυκεία φωνή του παιδιού μου. « Όχι αγάπη μου είναι τα υγρά των φακών μου αυτά, όχι εκρηκτικό.» Ήρθε η σειρά μας. Έβαλαν και τη μικρή να αδειάσει τη τσάντα  του ώμου. Τότε είδα πως έχει πάρει μαζί της 7 κραγιόν και 3 μανό. Στην πτήση.

 

            Μετά τον έλεγχο, χαζεύουμε τα μαγαζιά. Δεν παίρνουμε τίποτα Λυδόνι, έχουμε ταξίδι μπροστά μας, δεν σπαταλάμε τα χρήματα. Της είχα πει κάποτε πως οι τσίχλες βοηθάνε στο βούλωμα των αυτιών. Πήρε οχτώ πακέτα. Εγώ πήρα γεμιστά μπισκότα (δεν σε νοιάζει αλλά είπα να το πω τώρα μπας και το διαβάσει κανένας διαιτολόγος και με αναλάβει αφιλοκερδώς γιατί μόνη μου θα γίνω σαν διπλόφυλλη ντουλάπα). Τώρα θέλει πάλι τσίσα γιατί φυσικά ήπιε και δεύτερο μπουκαλάκι νερό (να είμαι ειλικρινής πόνεσε όταν έπρεπε να το πετάξει στον έλεγχο και το ήπιε μονορούφι). Φτάνουμε επιτέλους  στο Gate. Στο λάθος Gate από ότι αποδείχτηκε μετά γιατί πρώτον πήγαμε ξανά για τσίσα και χάσαμε την ανακοίνωση της αλλαγής και  με το ζόρι προλάβαμε τρέχοντας να πάμε στο καινούργιο Gate, αν λάβεις υπόψη σου ότι είχαμε  και το καρότσι πάω όπου με πάει η καρδιά μου, αν με πιάνεις.

          Μετά την κούρσα θανάτου και επειδή είμαι και μάχιμη μάνα στις καθυστερήσεις (παντού και πάντα, φτάνω τελευταία), μπαίνουμε επιτέλους στο αεροσκάφος. Το Λυδόνι σέρνει βαλίτσα και γενικά πολύ συνεργάσιμη και συνεπής. Θέλει παράθυρο, επιμένει  να κρατήσει τη χειραποσκευή κοντά της γιατί «θα χρειαστεί κάποια πράγματα». Τη βάζω πάνω και κρατάει μόνο το τσαντάκι_που_είναι_γεμάτο_κραγιόν. Κάθεται παράθυρο .  Μέχρι να ταχτοποιήσω βαλίτσες , βγάλω μπουφάν και κάτσω και εγώ , έχει ήδη κολλήσει το κάλυμμα παραθύρου από το άνοιξε κλείσε. Βάζουμε ζώνη. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Αγάπη μου, δεν έχει μπει ακόμη ο κόσμος. Θέλω τσίσα. Πρέπει να περιμένεις λιγάκι. Δεν μπορώ. Θα περιμένεις, δεν έχεις άλλη επιλογή.

        Κάθεται μια κυρία δίπλα μου, στην ακριανή θέση διάδρομος και μόλις δένει ζώνη, πέφτει και κοιμάται. Με ροχαλητά κιόλας.  Έχει αρχίσει διαδικασία απογείωσης , εγώ ζω τα δράματα  μου (τα έχουμε πει εδώ ) και το παίζω κουλ και κάνω πως χαζεύω ενώ είμαι ειλικρινά χεσμένη ολόκληρη. Το Λυδόνι πράγματι κουλ, τσιρίζει με ενθουσιασμό όποτε κουνάει το αεροπλάνο ή έχει κραδασμούς και γενικά έχει μοιάσει στον πάτερα της και όχι σε μένα στο θέμα «χέσιμο πάνω σου στο αεροσκάφος».  «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου να μας σερβίρουν πρώτα να φάμε. Τι ήθελα και το θύμισα; Ανοίγει το τραπεζάκι της. Όχι, λάθος. Αρχίζει να ανοιγοκλείνει το τραπεζάκι της. Συνέχεια. Κάποια στιγμή το φρακάρει και δεν μπορεί πια να το ανεβάσει. Γκρινιάζει. Δεν ξέρει λέει τι να κάνει με την τραπεζάρα ανοιγμένη μπροστά της. Θα βγάλει λέει παπούτσια. Τα βγάζει.

          «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Σε λίγο  καρδιά μου . θέλω τσίσα. Βγαίνουμε στο διάδρομο σκαρφαλώνοντας πάνω από το σφηνωμένο τραπεζάκι, την κυρία που ροχαλίζει και διαπιστώνω πως έχει ήδη προλάβει να βγάλει παπούτσια και κάλτσες… πάμε ξυπόλητοι. Στο μπάνιο τα κλασσικά, πατάει όλα τα κουμπιά, πετάει όλα τα χαρτιά σε όποια εσοχή έχει και γενικά τα κάνει όλα και στο τσακ θυμόμαστε πως είχαμε έρθει για τσίσα και ακόμη δεν έχει γίνει τίποτα. Επιστρέφουμε στο κάθισμα, πάλι σκαρφάλωμα στη ροχαλιστή κυρία και πίσω στη θέση μας. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». Κάτσε αγάπη μου, τώρα έρχεται το φαγητό. Έρχεται όντως το φαγητό. Και καίει όσο τίποτα. Ζητάει και νερό και χυμό και παγωμένο τσάι. Δεν χωράει στο τραπεζάκι και έχει γεμίσει ότι τσεπάκι έχει γύρω της. Δεν της αρέσει το φαγητό λέει (οκ δεν έχει και τόσο άδικο ). . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». μόλις τελειώσω και εγώ το φαγητό και μας τα μαζέψουν, θα μας έχει μείνει πολύ λιγότερος χρόνος για να φτάσουμε. Εγώ φυσικά τα τρώω όλα. Και Λυδονιού. Μα το θεώ και άσχετα με τούτο το ποστ, περιμένω με λαχτάρα (και προφανώς θα την περιμένω για κάμποσα χρόνια ) τη μέρα που θα φάω κάτι και ΔΕΝ θα μου αρέσει. Αφού δεν έφαγε τίποτα, προσπαθεί να πιει ότι  έχει και δεν έχει μπροστά της. Μαμά βαρέθηκα. Να παίξουμε κάτι να περάσει η ώρα. Ναι μαμά να παίξουμε, όμως τώρα θέλω τσίσα πραγματικά. Ξαναρχίζει ο αγώνας. Αυτή τη φόρα πιο σκληρός γιατί πρέπει να σκαρφαλώσουμε το χαλασμένο της τραπεζάκι, το δικό μου που είναι γεμάτο αποφάγια δυο μενού, την κομισμένη, ροχαλίζουσα  κυρία με το άθικτο δίσκο μπροστά της, τα καρότσια με το πρωινό που μοιράζονται στα άλλα καθίσματα, τον κόσμο που τρώει και δεν έχει την ανάγκη σου κυρά μου και μετά να φτάσουμε στην τουαλέτα. Και στο γυρισμό τούμπαλιν. Επιτέλους έγιναν όλα και καθόμαστε στο κάθισμα. . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». έλα αγάπη μου να παίξουμε να περάσει η ώρα σου. Παίζουμε Uno. Στο δεκάλεπτο έχει βαρεθεί και από τη βαρεμάρα αφήνει να της πέσουν όλα τα χαρτιά κάτω. Διπλή τράπουλα. Πέφτει στα τέσσερα να τα μαζέψει. Χώνεται κάτω από τα καθίσματα για κανένα 10λεπτο (μου φάνηκε αιώνας γιατί σταμάτησε το «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;» ) και ειλικρινά έχω πιστέψει πως έχει πάει στα υπόγεια και ταχτοποιεί βαλίτσες. Επιστρέφει αναψοκοκκινισμένη (πόσο όμορφη!) και με μιάμιση τράπουλα. Δεν βρίσκω τα άλλα. Δεν πειράζει. Κάτσε να χαλαρώσουμε και να κοιμηθούμε. Κλείνω μάτια, έχω ξυπνήσει από τις 5 διάολε και είναι 10,30. Νομίζω πως έχουν περάσει 7 χρόνια ύπνου όταν νιώθω χεράκι να με σκουντάει : «μαμά κοιμάσαι; Έχω ένα πρόβλημα». Ανοίγω μάτια. Δίπλα μου είναι ένα πρώην επτάχρονο και νυν απροσδιορίστου ηλικίας, με 22 στρώσεις κραγιόν και βαμμένα νύχια, μαζί με τα δάχτυλα. Τι έκανες παιδί μου; Έβαζα κραγιόν, μα κουνούσε. Το ίδιο και στο μανό. Κοιτάω τριγύρω, έχει βάψει λίγο τον τοίχο, το μπροστινό κάθισμα, το τραπεζάκι που δεν κλείνει και το κολάν της. Βγάζω μωρομάντηλα, καθαρίζω ότι μπορώ, πάω τουαλέτα και φέρνω υγρό σαπούνι και καθαρίζω τα υπόλοιπα. Της βγάζω το κραγιόν γιατί ήταν κινούμενος κίνδυνος, οπού ακουμπούσε το έκανε θα ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη. Επιτελούς ηρεμεί γιατί της έβαλα χέρι με το τελευταίο επίτευγμα . «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;».  Όπου να ναι και τσουπ ακούγεται από τα μεγάφωνα πως ξεκινάμε διαδικασία προσγείωσης. Δενόμαστε και τα σχετικά, εγώ κάνω τους έξτρα σταυρούς μου και προσευχές και μέσα στην ησυχία, ακούγεται φωνούλα «μαμά θέλω κακά, μάλλον διάρροια γιατί δεν μπορώ να κρατηθώ».

             Είμαστε στο βανάκι που ήρθε να μας παραλάβει από το αεροδρόμιο για να μας πάει στο ξενοδοχείο . Πριν από αυτό, το Λυδόνι αφού έφαγε πόρτα με τα κακά στο αεροπλάνο  και ήταν πολύ απελπισμένη, προσπάθησε να ηρεμήσει για να ξεχάσει τον νταλγκά της. Ηρέμησε μάλλον πολύ γιατί 10 λεπτά πριν ακουμπήσουμε στο έδαφος, κοιμήθηκε βαριά. Τόσο βαριά που μείναμε τελευταίες στο αεροσκάφος περιμένοντας να ξυπνήσει. Και δεν ξυπνούσε με τίποτα και την πήρα στα χέρια. Και μου κουβάλησε τις βαλίτσες η διπλανή, ροχαλιστή κυρία που ξύπνησε φρέσκια, φρέσκια και ζωηρή.  Και μετά τις φόρτωσα στον οδηγό του βαν που ήμουν έτοιμη να του γράψω ότι έχω και δεν έχω σε ακίνητη περιουσία προκειμένω να με βοηθήσει. Και τώρα είμαστε εδώ. Είμαι πτώμα και το κοριτσάκι μου φρέσκο και ροδαλό. «ΜΑΜΑ ΠΟΤΕ ΦΤΑΝΟΥΜΕ;». σε λίγο αγάπη μου. Έλα να χαζέψουμε έξω την πόλη. Αααα μαμά, έχει νερό, πολλά μπουκάλια. Θα τα πιω.

Όχι ρε φίλε.

😛

*Ακούς αυτό. Με το ζόρι αν χρειαστεί γιατί αγαπώ.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | Σχολιάστε

Τόπος γέννησης (ο).

        Θυμάμαι, από πάντα, να μου λείπει η Αθήνα όποτε πήγαινα ταξίδι ή διακοπές. Όσο ωραία και αν περνούσα, όσο ερωτευμένη, όσο σε προσωπικό παράδεισο κι αν ήμουν, πάντα μου έλειπε η Αθήνα. Όχι το σπίτι μου, η Αθήνα. Πίστευα πως ποτέ και για κανέναν λόγο δεν θα μπορούσα να ζήσω μακριά της. Ακόμα και για τόπους που έχω αγαπήσει όσο τίποτα #εκείνο_το_νησί, ποτέ δεν είχα φανταστεί πως θα μπορούσα να παρατήσω την Αθήνα και να φύγω για πάντα εκεί.

        Μεγαλώνοντας και ξεκινώντας και ταξίδια σε άλλες χώρες , άρχισα να νιώθω το ίδιο και για την πατρίδα μου. Εκείνο καλύτερο, το άλλο έτσι, το παράλλο γιουβέτσι αλλά σαν την Ελλάδα και τον ήλιο της, πουθενά. Με θυμάμαι να επιστρέφω από κάποιο προορισμό  και να κάθομαι, για ώρα, και να χαζεύω το γαλανό του ουρανού της Αττικής ή τη λάμψη του ήλιου της. Και να γυρίζω με αγωνία για να δω φίλους και συγγενείς και να μοιραστώ μαζί τους, τα όσα έζησα ή  έζησαν εκείνοι.

       Δεν είναι πια έτσι τα πράγματα. Τώρα κάθε φορά που γυρίζουμε από μια εκδρομή ή από διακοπές κάπου στην Ελλάδα, κάθε φορά, μα κάθε φορά στο δρόμο της επιστροφής, έχω ήδη ξεχάσει όσα έζησα στο εν  λόγω ταξίδι και αναλογίζομαι τι με περιμένει στην Αθήνα : υποχρεώσεις, πληρωμές, χρέη. Και μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας, σε όλη τη διαδρομή, αναμετρώ και υπολογίζω την πραγματικότητα που μας περιμένει. Αυτή τη σκληρή πραγματικότητα που πλέον δεν αστειεύεται και ούτε αφήνει περιθώρια προσαρμογής και αναλγησίας.

        Θα βιαστείς να μου πεις πως μεγάλωσα και τα βλέπω αλλιώς. Θα βιαστώ να σου απαντήσω πως όντως μεγάλωσα αλλά εξακολουθώ να βλέπω άλλα με παιδικό μάτι –ακόμα μου αρέσει η μυρωδιά της βρεγμένης γης, απολαμβάνω και γίνομαι σαν μούργος όταν τρώω ένα απολαυστικό παγωτό, κυλιέμαι στο πάτωμα σαν μικρό παιδί αν μου δοθεί η ευκαιρία και ιδανικά θα ήθελα να κυκλοφορώ μόνιμα ξυπόλυτη – γιατί όχι αυτό; Γιατί να μου φταίει μόνο για αυτό η ηλικία μου; Θα βιαστείς να μου πεις πως μεγάλωσα και πλέον έχω οικονομικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Θα σου απαντήσω πως το πόσο αγαπάς τον τόπο σου δεν έχει να κάνει με οικονομικές υποχρεώσεις και δεύτερον όσο ήμουν πιο μικρή,  θα ήταν πιο λογικό να μην έχω συναισθηματικές δεσμεύσεις με ένα μέρος παρά μεγαλώνοντας.

      Και όσο παίρνει ο καιρός, τα πράγματα ζορίζουν : τις προάλλες, γυρνώντας από το εξοχικό του αγοριού μου, είχαμε πάει για τις διακοπές του Πάσχα, έπιασα τον εαυτό μου σε όλη την διαδρομή και προκειμένο να μην ψυχοπλακώνομαι, πάλι,  σκεπτόμενη τις υποχρεώσεις και τα ζόρια που με περιμένουν πίσω στην Αθήνα, να σκέφτομαι ιδέες και λύσεις για να μπορέσουμε να ζήσουμε μόνιμα στο εξοχικό. Η’ προσπαθούσα να ζυγίσω μέσα στο κεφάλι μου τα υπέρ και τα κατά της επαρχίας έναντι της Αθήνας και πάντα έβγαινε 1-0.

         Η΄όπως τώρα :είμαι σε ένα ταξί και πηγαίνω να βρω το αγόρι μου. Με περιμένει σε ένα υπέροχο εστιατόριο της Μαδρίτης. Χαζεύω την πόλη από το ταξί, την έχω ερωτευτεί. Είναι τόσο ωραία με τόσο απλά πράγματα: μεγάλοι δρόμοι, μεγάλα πεζοδρόμια, καθαρή, γεμάτη δέντρα και πάρκα και με ωραία, παλιά και διατηρητέα κτίρια. Γιατί να μην είναι και η πόλη μου έτσι; Γιατί να έχει γίνει τόσο άσχημη; Κάποτε έλεγα πως ο τόπος μου είναι ο ωραιότερος του κόσμου, που πήγε αυτό; Κρατάω το Λυδόνι αγκαλιά και σκέφτομαι, άραγε θα προλάβει να δει ξανά εκείνη την ωραία Αθήνα που αγάπησε η μάνα της; Άραγε καταλαβαίνει πόσο διαφορετική από τη Μαδρίτη είναι η Αθήνα ή μόνο εγώ έχω χάσει το ρομαντισμό μου μέσα σε αυτό το ταξί; Θέλω να κλάψω για την πόλη μου που δεν αγαπάω πια και η λαμπερή Μαδρίτη που καθρεφτίζεται στα τζάμια, δεν με αφήνει.

          Φτάνουμε στο τραπέζι, λαμπεροί, ευτυχισμένοι άνθρωποι μας περιμένουν για να φάμε παρέα. Κάθεται τυχαία δίπλα μου, μια κυρία. Γιατρός, γύρω στα 55 και με μια απροσδιόριστη σπίθα στη ματιά της. Μου πιάνει κουβέντα, θέλει να πιάσει κουβέντα μαζί μου, είναι ξεκάθαρο. Οι προγονοί της είναι Κέλτες, Σικελοί και Ισπανοί. Εκείνη γεννήθηκε στην Αργεντινή και ζει εκεί. Κάθε χρόνο προσπαθεί έστω για μια φορά, να ταξιδεύει και τα συναντά τους συγγενείς που είναι διασκορπισμένοι στα πέρατα της γης. Για  να διατηρήσει τις ρίζες της μου λέει, είναι σημαντικό να ξέρεις από πού κρατάς γιατί μόνο έτσι μπορείς να φτάσεις κάπου. Ομως εκείνη νιώθει πως δεν ανήκει πουθενά, έχει συγγενείς της σχεδόν σε  όλες τις ηπείρους και εκείνη δεν ανήκει πουθενά. «Ξέρεις τι έχω ζητήσει άμα πεθάνω; Να σκορπίσουν τη στάχτη μου στο Σούνιο. Μόνο εκεί θα ήθελα να ανήκω, μόνο εκεί θέλω να είμαι δεμένη. Αν μπορώ  να έχω κάποτε μια πατρίδα που αξίζει να αγαπώ , θέλω να είναι η Ελλάδα. Και θα είμαι πολύ περήφανη για αυτό.» 

           Κάποτε έλεγα πως ο τόπος μου είναι ο ωραιότερος του κόσμου. Τώρα ξέρω καλά πως ποτέ δεν ήταν. Ήταν απλά τόσο μεγάλη η αγάπη μου που δεν έβλεπα τίποτα άσχημο ή αρνητικό σε τούτο τον τόπο. Αρα το μόνο που άλλαξε , είναι το μέγεθος της δικής μου αγάπης, όλα τα άλλα έμειναν ίδια. Και αυτή η κυρία που έκατσε τυχαία δίπλα μου, απόψε το βράδυ, ήρθε απλά και μόνο για να μου το θυμίσει.

            Είμαστε πια στο ταξί της επιστροφής, το Λυδόνι έχει γύρει και κοιμάται δίπλα μου. Σκέφτομαι εκείνη την γυναίκα και όλα όσα είπε..πλέον είμαι βουρκωμένη. Και μου έρχεται μια μυρωδιά από έξω, από την λαμπερή Μαδρίτη. Και κλείνω τα μάτια μου και νιώθω πως  είμαι σε μια βραδιά, πριν χρόνια, στην πλατεία Μαβίλης. Μύριζε ακριβώς το ίδιο. Και εγώ ήμουν ευτυχισμένη!

Ναι μωρέ, μπορώ να τον ξαναγαπήσω τούτο τον τόπο.

 

 

Υ.Γ1. Αφιερωμένο σε εκείνη.

Υ.Γ2. Ακούς αυτό.

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , | Σχολιάστε