Το σφύριγμα.

Όταν φεύγει ένας άνθρωπος από τη ζωή, όταν φεύγει ένας δικός σου άνθρωπος από τη ζωή εννοώ γιατί αλλιώς δεν έχει εφαρμογή αυτό που θα σου πω, υπάρχουν πράγματα, κινήσεις, μυρωδιές, ακούσματα, εικόνες, που τον θυμίζουν. Βρίσκεται σε καθετί που σε περιβάλλει, είναι εκεί κρυμμένος. Και τσούπ πετιέται και είναι παρών. Αυτό συμβαίνει ακόμη πιο έντονα, στο πρώτο διάστημα της απουσίας ή σε κατατάσσεις έντονης σύνδεσης με τον θανόντα. Αυτό συμβαίνει συχνά. Και επίπονα. Και συχνά ξανά. Και βλέπεις εκείνον που αγαπάς πίσω από ένα τοστ, μια παντόφλα, μια εφημερίδα, ένα τραγούδι, μια μυρωδιά. Και όλα νιώθεις πως είναι πόνος. Και απουσία. Και πόνος ξανά.

Μα όσο περνά ο καιρός και όσο η καρδιά σου αρχίζει να επουλώνεται, τόσο οι στιγμές που ξεπετιέται είναι ή λιγότερες ή πιο ευχάριστες. Ή και τα δυο. Και τότε λαχταράς να τον βρεις να ξεπετιέται πίσω από το τοστ, πίσω από την εφημερίδα, πίσω από εκείνο το τραγούδι που αγαπούσε. Κάθε που νιώθεις πως μπροστά σου έχεις μια κατάσταση που σε κάνει να «αναστήσεις» τον άνθρωπο που αγαπάς, νιώθεις μια αγαλλίαση. Ναι, τώρα δεν είναι πόνος αυτή η αίσθηση. Τώρα είναι αγαλλίαση. Για λίγα λεπτά, εξαιτίας μιας μυρωδιάς,  μιας εικόνας, ξανά έχεις αγκαλιά  σου εκείνον που αγαπάς. Και νιώθεις  χαρά και αγαλλίαση. Έστω και για λίγο, έστω και ψεύτικα. Είδες τι καλό κάνει ο χρόνος; Άσχετο,  δεν θέλω να μιλήσω για αυτό αλλά είναι  γιατρός ο χρόνος, θεραπευτής. Και εμείς τον ξοδεύουμε, έτσι άσκοπα και χωρίς ουσία. Τέλος πάντων, η «ανάσταση» του ανθρώπου που αγαπάς και έχεις χάσει, εκεί είχα μείνει. Δεν είναι μαγικό όταν το νιώθεις; Πες , το έχεις νιώσει και εσύ; Μυρίζεις  γεμιστά και σκέφτεσαι τη γιαγιά σου; Ακούς Αθλητική Κυριακή και σκέφτεσαι τις οικογενειακές  εκδρομές, πίσω στη δεκαετία του ’80; Μυρίζεις  πεύκο  ηλιοκαμένο και θυμάσαι  τα καλοκαίρια στη γιαγιά ; Σου συμβαίνει και σένα;

Ο  μπαμπάς μου ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος. Παίζει να ήταν ο πιο ήρεμος  άνθρωπος στη γη. Όχι , παίζει να ήταν αυτός για τον οποίο πρωτοειπώθηκε η φράση «σκάει γάιδαρο». Ε ναι, τόσο ήρεμος ήταν που έσκαγε γάιδαρο από ηρεμία. Αυτός  ήταν  ο μπαμπάς μου. Ο μπαμπάς μου εκτός από ήρεμος, ήταν και γελαστός. Σχεδόν πάντα,  ήταν  γελαστός  γιατί φυσικά α) δεν είχε ποτέ  νεύρα και β) θεωρούσε τα πάντα οκ για να είσαι χαμογελαστός. Άντε βγάλε άκρη ε; Ε, αυτό ακριβώς . Επίσης ο μπαμπάς μου, επιπλέον με όλα τα παραπάνω, τις περισσότερες φορές  της μέρας του, σιγοτραγουδούσε.  Είχε αγαπημένους  σκοπούς, φορές  φορές  ξεχασμένους από την μόδα της εποχής και τους σιγοτραγουδούσε. Τραγούδι, λίγο  στίχο και μετά  σφύριγμα, έστηνε  το τραγουδάκι  στο κεφάλι  του. Και αυτό γινόταν συχνά. Πάντα  είχε έναν σκοπό  που ψιλοτραγουδούσε και σφύριζε. Είτε έτρωγε, είτε οδηγούσε, είτε δούλευε, υπήρχε ένας σκοπός  που έπαιζε στο κεφάλι του και  άρα  τον τραγουδούσε/ σφύριζε  και για το εκάστοτε  κοινό που τον  απολάμβανε. Αν ήταν  καλός σε αυτό; Όχι, θα σου πω όχι  ακόμη και με την νοσταλγία που νιώθω τώρα. Μα είχε σίγουρα ένα δικό του στυλ. Γιατί δεν σου είπα, αυτό το όλο, το τραγουδοσφύριγμα, το έκανε χαμογελαστός. Διάλεγε  χαρούμενα  τραγουδάκια που ταίριαζαν και αναδείκνυαν το χαμογελαστό της φάσης του. Και έτσι  γινόταν.

Και να μαστε προχθές, όχι εγώ  ήμουν  δηλαδή , εσύ είσαι  κάπου στο κομπιούτερ σου και διαβάζεις αυτό το αριστούργημα. Και να μαι  προχθές  λοιπόν, στο δωμάτιο της μικρής, μαζεύω  τα ασυμμάζευτα και εκείνη είναι στο μπάνιο. Έχω απορροφηθεί στη δουλειά μου ( γιατί  είναι γεμάτο το χαλί  με αυτοκόλλητα και πως θα ξεκολλήσουν αυτά τα σλάιμ από το  πάπλωμα φάση) και ακούω μελωδία. Είναι ξεκάθαρο πως κάποιος τραγουδάει και σφυρίζει, έναν χαρούμενο σκοπό. Ο μπαμπάς μου είναι, λέω ενστικτωδώς και σηκώνομαι και ακολουθώ τη μελωδία. Έρχεται από το μπάνιο, τώρα  έχω ακουμπήσει πάνω  στην πόρτα,  το αυτί μου. Η μελωδία ακούγεται   έντονα και ξεκάθαρα. Δεν είναι ο μπαμπάς μου, το ξέρω φυσικά μα έτσι όπως έχω ακουμπήσει στην πόρτα , κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι πως είναι. Πως ήρθε για λίγα δευτερόλεπτα για να μου πει έναν σκοπό και  να φύγει . Και νιώθω  χαρά και αγαλλίαση. Και σκέφτομαι  πως είναι  εδώ και του λέω με χαρά πως πατέρα μάντεψε,  η μικρή έχει  πάρει το χούι σου, σιγοτραγουδά και μουρμουρίζει  σκοπούς,  όπου  βρεθεί. Μα στο μπάνιο, μα όταν πλένει  τα δόντια της, μα όταν παίζει, μα όταν βλέπει  τηλεόραση, πάντα έναν σκοπό σιγομουρμουρίζει και σφυρίζει στα κλεφτά. Έτσι του λέω και εκείνος  γελάει, είναι  χαρούμενος  πως κάποιος κληρονόμησε  το χούι του και δεν έφυγε και αυτό, μαζί  του. Και είμαι ακόμη στην πόρτα και χαμογελώ και τον σκέφτομαι. Και είναι εδώ δίπλα μου και είμαι ευτυχισμένη. Και έτσι  χαρούμενη, ανοίγει η πόρτα και με βρίσκει το Λυδόνι.

«Τι  έγινε  μαμά και γελάς; Με ακούς που τραγουδάω;»

«Σε ακούω  αγάπη μου και σε καμαρώνω. Και ξέρεις  τι σκέφτομαι;  Πόσο  χαρούμενος θα ήταν  ο παππούς αν σε άκουγε και αυτός!»

«Μακάρι να ήταν εδώ να με άκουγε, ε μαμά;»

«Ναι αγάπη μου, μα με κάποιο μαγικό τρόπο, ήταν σαν να ήταν !»

 

*Ακούς αυτό και αυτό και αυτό. Για να καταλάβεις  τι σιγοτραγουδούσε  εκείνος.

** Ακούς αυτό, για να καταλάβεις  τι σιγοτραγουδούσε το Λυδόνι.

 

 

Advertisements
Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | 5 Σχόλια

Θα είμαι δίπλα σου.

Γνωρίστηκαν στην προτελευταία τάξη του Λυκείου. Δεν τον πολυήθελε εξαρχής, δεν τον είχε καν  προσέξει μην σου πω αλλά την κολάκευσε, που από όλα τα κορίτσια, τα δεκάδες κορίτσια  που τον κυνηγούσαν, αυτός ήθελε εκείνη. Και μόνο εκείνη. Ή έτσι τουλάχιστον, της άρεσε να πιστεύει.

Στις πανελλήνιες, εκείνη πέρασε Πολυτεχνείο Αθηνών. Καλυτέρα γιατί πλέον τον ήθελε πολύ και δεν θα άντεχε μακριά του. Καλύτερα γιατί δεν ήθελε να ζορίσει κι άλλο, οικονομικώς, τους γονείς της. Τόσα έχουν κάνει μέχρι τώρα. Εκείνος με χίλια ζόρια, λογιστική Χαλκίδας. Θα πήγαινε λέει γιατί ήθελε να αποφύγει το στρατό. Για κανένα άλλο λόγο, λέει, δεν θα ξανακαθόταν σε θρανίο. Κάτι θα έβρισκε να κάνει, είναι τόσο καταφερτζής. Λέει. Τελικά, πήγε. Η΄ μάλλον, πήγαινε μια εβδομάδα το μήνα και έμενε σε ένα φίλο του και μάζευε σημειώσεις, έκανε κονέ και κουτσοκατάφερνε να περνάει μαθήματα.

Έκανε και τη ζωή του όποτε πήγαινε στη Χαλκίδα. Τότε άρχισαν τα πρώτα σύννεφα. Είχε ακούσει για μια δυο περιπτώσεις που μάλλον της είχε ρίξει κέρατο. Κάτι ξέφυγαν από το συγκάτοικο, κάτι κατάλαβε από μηνύματα στο κινητό, ε δεν θέλει και πολύ. Μπορεί να ήταν άβγαλτη αλλά κάτι ήξερε από κουτσουκέλες συντρόφων. Της τα είχε πει η μάνα της όταν την πετύχαινε να κλαίει, αργά το βράδυ, στο σαλόνι. Της είχε πει πως οι άντρες δεν είναι ποτέ πιστοί, αλλά οι γυναίκες τους βάζουν σε μια σειρά. Με υπομονή και επιμονή, κάποια στιγμή οι άντρες, μπαίνουν σε σειρά. Και οι γυναίκες είναι πάντα , αυτές που έχουν την ευθύνη, να κρατήσουν μια οικογένεια, δεμένη. Πάντα.

Δεν κράτησαν πολύ οι ατασθαλίες του λεγάμενου στη Χαλκίδα. Κάποια στιγμή και αφού πτυχίο δεν ερχόταν ποτέ, μόνο καινούργιες γκόμενες, οι γονείς του, του μήνυσαν πως πρέπει να πάει φαντάρος και μετά, να βρει δουλειά. Δεν μπορούν να πληρώνουν κι άλλο. Εν τω μεταξύ, εκείνη, ήταν στο πτυχίο, αριστούχα κιόλας και είχε αρχίσει να δουλεύει σε αρχιτεκτονικό γραφείο. Για το χαρτζιλίκι της. Για να του στέλνει τσιγάρα στο στρατό, για να βοηθάει τους γονείς της. Για να παντρευτούν. Α ναι, στο πρώτο επισκεπτήριο, λίγο πριν την ορκωμοσία στο στρατό, της είπε πως την αγαπάει όσο καμιά στη ζωή του και πως θέλει να γίνει γυναίκα του. Εκεί στο προαύλιο του στρατοπέδου, με μια τυρόπιτα στο χέρι, της έκανε πρόταση γάμου. Εκείνη είπε κάτι σαν ναι, δεν ήταν ξεκάθαρο, πάντως δεν ήταν όχι. Και έμεινε εκεί η φάση.

Μετά το στρατό, εκείνη πια δούλευε 10-12 ώρες την ημέρα για να τα βγάλει πέρα. Νοικιάσανε ένα σπιτάκι και έπρεπε να το εξοπλίσουν, σιγά σιγά. Είχε βγει και ο μπαμπάς της σε πρόωρη σύνταξη, λόγω προβλήματος υγείας και έπρεπε να βοηθήσει και εκεί. Εκείνος δεν είχε σταθερή δουλειά. Έπιασε δουλειά, για λίγες ώρες σε ένα καφενείο με ηλεκτρονικά, εκεί κοντά στη γειτονιά του. Έψηνε κανένα καφέ, κρατούσε το ταμείο, έκανε δημόσιες σχέσεις στους γείτονες για να έρθουν στο μαγαζί και να μεγαλώσει ο τζίρος. Έκανε κυρίως με τις γυναίκες τους και εκείνες έφερναν τους άντρες τους. Για να έχουν ελεύθερο χρόνο και να τσιλημπουρδίζουν με αυτόν. Φαύλος κύκλος αλλά δουλίτσα γινόταν, το μαγαζί είχε κόσμο και εκείνος, γκόμενες. Μια χαρά για όλους.

Παντρεύτηκαν μετά από 10 χρόνια σχέσης και στα 17 χρόνια σχέσης, είχαν ήδη τρία παιδιά. Εκείνη εξακολουθούσε να δουλεύει μέρα νύχτα, εκείνος ότι δουλειές του ποδαριού έβρισκε, προκειμένου να βγάλει τα τσιγάρα του και για την οικογένεια,  ένα μπουκάλι γάλα και ένα μισόκιλο ψωμί, την εβδομάδα. Και γκόμενες. Αυτές εξακολουθούσε και τις έβγαζε, περισσότερο από μια φορά την εβδομάδα. Εκεί ήταν καλός, είχε έφεση, ήταν αυτό που είχε σπουδάσει και ήταν περήφανος . Και εκεί, έδινε και τα ρέστα του.

Βοηθούσε και η μάνα της, κρατούσε τα παιδιά. Καμία φορά, όταν η κούραση της ήταν περισσότερη και χειρότερη και από θάνατο, την έπιαναν τα κλάματα και έλεγε τον καημός της. «Μάνα με κερατώνει συνέχεια. Έχει πάει με όλες μου τις φίλες. Ούτε που με αγγίζει πια. Πρέπει να τον χωρίσω. Είμαι δυστυχισμένη». Η μάνα της, άρχιζε το γνωστό τροπάριο. Το ήξερε καλά, το άκουγε από 6 χρονών κοριτσάκι. Έχεις ευθύνη απέναντι στα παιδιά σου, πρέπει να τιμήσεις τον σύζυγο σου, θα μείνεις εδώ. Έχεις εμένα κόρη μου, θα σου σταθώ, όλα θα τα καταφέρουμε.

Στα χρόνια της κρίσης και όταν πια τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και οι υποχρεώσεις για φροντιστήρια και σπουδές είχαν φτάσει στο θεό, το αρχιτεκτονικό γραφείο της, έκλεισε. Έμεινε χωρίς δουλειά για πρώτη φορά στη ζωή της μετά από 25 χρόνια. Εκείνος δούλευε σεκούριτι σε μια εταιρεία και τα Σαββατοκύριακα , βοηθός σερβιτόρου σε μια καφετέρια. Της είπε να μην νοιάζεται, να τον αφήσει υπεύθυνο εκείνον. Έτσι και έκανε, πεινάσανε πολύ. Όλη η οικογένεια. Εκείνη κρατούσε ένα μωρό, βοηθούσε η χήρα μάνα της, ένας άκληρος θείος αυτουνού. Όλοι κάτι έκαναν για να μπει, ένα πιάτο φαγητό σε αυτό το σπίτι.

Το 2012, ήταν πια 45 χρονών, έπιασε κάτι στο στήθος της. Πήγε στο γιατρό. Έκανε εξετάσεις, χωρίς να πει σε κανένα τίποτα. Ήταν μόνη της σε όλο αυτό, υπεύθυνη της μοίρας της. Δεν υπάρχουν ελπίδες, θυμάται να της λέει ο γιατρός. Θα κάνουμε διπλή μαστεκτομή και βλέπουμε. Έχει ο θεός και πάντα ελπίζουμε, έτσι της είπε.

Θυμάται να κάθεται σε ένα παγκάκι, έξω από το ιατρείο και να κλαίει. Να κλαίει γοερά. Να βγάζει μια κραυγή, που πιο δυνατή ,δεν είχε ακούσει ο άνθρωπος ποτέ. Μια κραυγή που ένιωθε σαν να ξεριζώνει τα μέσα της. Μια κραυγή που τη φυλούσε μέσα της, από τότε που η μάνα της της μιλούσε για την ευθύνη των γυναικών και την αυθαιρεσία των αντρών. Και μετά, θυμάται να σηκώνεται, να ισιώνει τα ρούχα της, να καθαρίζει τα μάτια της από τα κλάματα και να επιστρέφει σπίτι.

Δεν έπρεπε να τα καταλάβουν τίποτα.

‘Εχει άλλωστε την ευθύνη για τόσο κόσμο.

*το κείμενο, είναι από συμμετοχή μου στον Δημιουργικό Διαγωνισμό για την αξία της υπευθυνότητας που οργάνωσε το Astopanomou . με πρωτοβουλία  της Responsibility Alliance

 

 

 

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια

Reunion (το).

reunion

 

Πριν ξεκινήσω να αναλύσω τα εσώψυχα μου και το τι νιώθω, να σου πω πως μεγάλωσα με μια μάνα, που ακόμη και σήμερα, σχεδόν στα 80, συναντιέται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο με τους συμμαθητές (δεν το λένε reunion, λένε θα δω τα παιδιά), έχει συχνές τηλεφωνικές επαφές μαζί τους και με κάποιους είναι κολλητή φίλη. Στην ίδια λογική και όχι απαραίτητα εξαιτίας αυτού, έχω κολλητές φίλες από το δημοτικό μέχρι σήμερα, τις αγαπάω και θεωρώ πως είναι από τα πολυτιμότερα και πιο σημαντικά μου επιτεύγματα.Αυτό λοιπόν αυτομάτως, με κατατάσσει στην κατηγορία «I love reunion» και ζορίζει εσένα που πιστεύεις το αντίθετο.

Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή : την προηγουμένη Kυριακή και μετά από μια σύντομη ομολογουμένως, διαδικασία συνεννόησης, κάναμε συνάντηση οι συμμαθητές του γυμνασίου-λυκείου. Πήγα σε δημόσιο σχολείο της γειτονιάς μου οπότε είθισται οι μαθητές του γυμνασίου,να συνεχίσουν και στο λύκειο. Αρα λίγες αλλαγές είχαμε στη σύνθεση. Είχαμε να συναντηθούμε γύρω στα 4 χρόνια (  είχα χάσει αυτή την συνάντηση και σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ το γιατί ) άρα για μένα ήταν σχεδόν 10 χρόνια αποχής από τις συναντήσεις των συμμαθητών μου. Για σένα που έχεις ήδη αρχίσει την ξινίλα και τα «ορίστε αν θέλατε να συναντηθείτε, θα το είχατε κάνει και δεν θα περιμένατε  δέκα χρόνια», θα σου πω πως δεν είναι απαραίτητες οι συχνές συναντήσεις, για να αγαπάς και να έχεις σε ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου, έναν άνθρωπο.

Συναντηθήκαμε σε ταβερνάκι της περιοχής μας που ανήκει σε συμμαθητή , για έξτρα τζούρα συναισθηματικής φόρτισης και συγκίνησης,σε περίπτωση που δεν ήταν αρκετή η τόση, μέχρι εδώ.Έχει προηγηθεί το άγχος και η αγωνία του αν προλαβαίνεις να χάσεις κιλά μέσα σε μια εβδομάδα ή ποιες συνταγές «γίνε νεότερη σε ένα βράδυ, με ένα και μόνο κόλπο» μπορείς να εφαρμόσεις μπας και συναντήσεις  τους συμμαθητές σου,  λίγο καλύτερη / ομορφότερη, ότι τέλος πάντων αποζητάς να σε βρούνε.Έχει προηγηθεί αγχώδη τακτοποίηση φαγητών, θεαμάτων παιδιού με πατέρα,τακτοποίηση φαρμάκων σκύλου φονιά,διαβάσματα που τυχόν έχουν μείνει για Κυριακή μεσημέρι και τσούπ, πας. Για ακόμη μεγαλύτερη δόση ασφάλειας και σιγουριάς, γιατί το χάσιμο κιλών όπως καταλαβαίνεις, δεν πέτυχε, ούτε κατόρθωσες να γίνεις 20 χρόνια νεότερη μέσα σε  ένα βράδυ,έχεις κανονίσει να συναντηθείς στην γωνία της ταβέρνας, με τις κολλητές σου, που ούτως η’ αλλιώς σε βλέπουν και ξέρουν τα χαΐρια σου και τα κιλά που έχεις πάρει και άρα θα μπεις στο χώρο, με μεγαλύτερη άνεση.

Και μπαίνεις στο χώρο. Και βλέπεις τέσσερα, μεγάλα τραπέζια,γεμάτα με φάτσες που τις ξέρεις μια ζωή. Κάνεις 3-5 δευτερόλεπτα για τον καθένα, μέχρι να κουμπώσει η φάτσα με τη φάτσα που θυμάσαι από παλιά. Στο σημείο αυτό, ανοίγω παρένθεση για να  τονίσω πως όλοι, μα όλοι, θα έχετε στους φίλους σας,  έναν από εκείνους τους  σπαστικούς τύπους  που στέκονται ακούνητοι δίπλα σου και σου τραβάνε το μανίκι και ρωτάνε ανά ένα δευτερόλεπτο: πες μου ποιος είναι αυτός; , θύμισε μου είπαμε ότι είναι η; κλπ. Κλείνει η παρένθεση και επανερχόμαστε στην ταβέρνα, είσαι μέσα, έχεις αργήσει (κλασσικό) και έχεις φιλήσει σαράντα+ νοματαίους μαζεμένους γιατί ήρθαν όλοι, στην ώρα τους και άρα πριν από εσένα. Και κάθεσαι. Και τα έχεις ξεχάσει όλα. Τα άγχη που είχες πριν, τα που να τρέχω που κάποιες στιγμές ξεπρόβαλαν στο μυαλό σου, τα κιλά σου, τις ρυτίδες σου, το ποιος είναι ποιος, τα έχεις ξεχάσει όλα. Είναι σαν να γύρισε πίσω ο χρόνος, να έγινε ένα ρισέτ και να τα έπιασες όλα από εκείνη τη μέρα που ήσασταν όλοι μαζί στο σχολείο. Είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα. Είναι σαν,κλείνοντας την πόρτα σε τούτη την ταβέρνα που ήρθες να τους συναντήσεις, να έκλεισες από έξω όλα όσα έχουν μεσολαβήσει στη ζωή σου. Σαν να είναι η ταβέρνα το χρονοντούλαπο,  να μένει πάντα σε εκείνο το παρελθόν . Και είναι όλα όπως τότε. Και είσαστε όλοι απλά συμμαθητές, που λένε τα νέα τους. Και δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα. Ότι νιώθεις, ότι αισθάνεσαι, ότι αγγίζεις, όλες οι αγκαλιές είναι εκείνες που ήξερες πριν τόσα χρόνια και τίποτα, μα τίποτα δεν τις άλλαξε.

Η ίδια άνεση, η ίδια εξοικείωση, η ίδια οικειότητα, η ίδια αγάπη. Αχ αυτή τη αγάπη, σταμάτησε ο χρόνος στο τότε αλλά το μόνο που συνεχίζει να τρέχει είναι η καρδιά σου, το αίμα μέσα της. Γιατί τώρα, εδώ σε αυτήν την ταβέρνα, τη γεμάτη από παιδικούς σου φίλους, η καρδιά σου δουλεύει διπλοβάρδιες, αγαπάει διπλά και πλημμυρίζει χαρά. Σαν να προσπαθεί να καλύψει τα χρόνια που μείνατε μακριά. Γιατί η καρδιά ξέρει, νιώθει, αγαπάει από εκείνο το σημείο που το άφησες όταν τέλειωσες το σχολείο, αγαπάει αγνά αυτούς τους ανθρώπους γιατί έτσι τους γνώρισες και έτσι τους αποχαιρέτησες,τελειώνοντας το λύκειο. Η καρδιά σου, τους αγαπάει όπως ακριβώς είναι,χωρίς φτιασίδια, χωρίς πτυχία, χωρίς λεφτά η’ επαγγελματικές επιτυχίες. Τους αγαπάει γιατί είναι οι διπλανοί, οι πισινοί, αυτοί που είχαν την ωραιότερη τσάντα / κασετίνα, αυτοί που κερνούσαν στο κυλικείο, αυτοί που κάνανε τις ωραίες κοπάνες, αυτοί που κάπνιζαν στην πίσω αυλή, αυτοί που φιλούσαν ωραία στην μπουκάλα. Αυτό και μόνο,αρκεί για να κάνει την καρδιά σου,  να γεμίζει αγάπη, να τους θες να τους αγκαλιάσεις όλους, να θες να τους σφίξεις δυνατά και να τους φωνάξεις πως δεν  υπάρχει πιο αγνή φιλία και σχέση ζωής από τη δική σας. Αν και το ξέρουν. Μα η καρδιά σου σε κάνει να τρελαίνεσαι, γιατί ξαναθυμήθηκε εκείνη την αγάπη που έχει ξεκινήσει,χρόνια πίσω.

Και αυτοί οι άνθρωποι σου θυμίζουν πάντα τι ήσουν όταν ήσουν αγνός, αληθινός και απλός. Όταν πίστευες πως όλα μπορείς να τα πετύχεις ή όλα τα έχεις πετύχει απλά και μόνο επειδή τους είχες φίλους. Και αυτό είναι σπουδαίο να τα θυμόμαστε στιγμές στιγμές. Γιατί επαναπροσδιοριζόμαστε, γιατί κρατιόμαστε ταπεινοί, γιατί μετράμε τι αξίζει στη ζωή και που χαθήκαμε, που κερδίσαμε. Γιατί γεμίζει η καρδιά σου αγάπη, μην τα ξαναλέμε.

Είσαι στην ταβέρνα και νιώθεις την καρδιά σου να αγαπά. Να αγαπά απλά, ανθρώπινα μα δυνατά. Γιατί τέτοια τυπάκια είναι αυτοί οι φίλοι, απέναντι σου .

 

 

*Δεν απαξιώνω τους φίλους που γνώρισα στα υπόλοιπα  χρόνια της ζωής μου. Όλοι σπουδαίοι  μα σαν αυτούς των σχολικών χρόνων,θαρρώ πως δεν υπάρξουν ποτέ.

** Έξτρα αγάπη σε αυτούς που είναι από το δημοτικό μέχρι και σήμερα. Ακόμη πιο πολύτιμοι.

***Μήνυμα αργά, εκείνο το βράδυ, από αγαπημένο μου  φίλο: « μωρέ δεν είναι μοναδικό, το ότι δεν χάνεις τον κώδικα με τίποτα με τους συμμαθητές σου; Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια; Είναι γέμισμα για την ψυχή, δεν είναι;»

**** Ακούς αυτό και αυτό, έτσι επειδή είναι της εποχής μας.

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , | 2 Σχόλια

Μια τζούρα ευτυχίας.

Είναι αργά το βράδυ , τώρα τέλειωσα τις δουλειές και κάνω μπάνιο. Μου αρέσει αυτή η ώρα, είμαι ολομόναχη, το καυτό νερό και οι σκέψεις μου. Και μιλάω/ απαντάω μόνη μου, κάνω πρόβα συζητήσεις που θα γίνουν ή που θα έπρεπε να γίνουν , τα κόβω και τα ράβω στα δικά μου πλαίσια. Ωραία ε; Έτσι και χτες, ήτανε εκείνη η ώρα.

Και βγαίνω από μπάνιο, σε εκείνο, το μόνο ομίχλη τοπίο, που χρειάζεται ειδική μονάδα ΕΚΑΒ για να με βρει μέσα στους ατμούς και τότε το βλέπω.

Εκεί, στο βάθος της ανοιχτής λεκάνης, έχει κάτι κολλημένο. Είμαι χωρίς γυαλιά, με το ζόρι βλέπω τη λεκάνη, βάζω γυαλί. Το κάτι κολλημένο, γίνεται μπλε πια. Σκύβω να πλησιάσω, το γυαλί πλέον δεν κάνει τίποτα στην αιώνια γκαβομάρα μου. Το κάτι μπλε κολλημένο, τώρα γίνεται πλαστελίνη κουμούτσα, κολλημένη στο πάτο. Πάω ακόμη πιο κοντά, θα μπω μέσα σε λίγο. Το μπλε πλαστελίνη κολλημένη στον πάτο της λεκάνης, τώρα γίνεται μπλε πλαστελίνη με ένα ψεύτικο νύχι πάνω της,  κολλημένη στον πάτο της λεκάνης. Τώρα πια χαμογελάω, σκέφτομαι εκείνο το πλάσμα που κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο, βλέπω και το ψεύτικο νύχι που ήδη τη φαντάζομαι να το φοράει και να κάνει μούτες και πόζες και χαμογελάω. Και νιώθω ευτυχία. Και σκέφτομαι και την μπλε πλαστελίνη που προχτές τη βρήκα μέσα στο μπολ του σκύλου και κανείς δεν ήξερε ποιος την έβαλε εκεί και χαμογελάω ξανά. Γιατί νιώθω ευτυχία.

Και λέω πάω να της δώσω ένα φιλί. Και εκεί που βάζω παντόφλα ( είμαι ακόμη στο μπάνιο με ατμούς και νερά, θυμάσαι; ), κάτι νιώθω να με τρυπάει , μέσα βαθιά στον πάτο της. Τη βγάζω, τη γυρνάω τούμπα και τσουπ, ένα κόκκαλο, γλειμμένο και αστραφτερό, πέφτει στο χαλάκι του μπάνιου. Και εγώ χαμογελάω ξανά. Γιατί σκέφτομαι την σκηνή. Όσο κάνω μπάνιο, ένα απελπισμένο, πειναλέο, ζητιάνικο για φαγητό σκυλί, αφού έχει θάψει παντού κόκκαλα (μέχρι και πίσω από τα μαξιλάρια του καναπέ βρισκω συχνά πυκνά), στην απελπισία του, μπήκε μπάνιο και το έχωσε μέσα στην παντόφλα μου. Και χαμογελάω. Γιατί νιώθω ευτυχία.

Πάω στο δωμάτιο Λυδονιού να δώσω εκείνο το φιλί, για τη τζούρα ευτυχίας που μου χάρισε ξαφνικά και μετά θα  πάω στο σκύλο φονιά, για σούπερ αγκαλιά και χάδι. Γιατί και εκείνος μου έδωσε τζούρα ευτυχίας. Και μπαίνω στο δωμάτιο της μικρής και τις βρισκω αγκαλιά. Και χαμογελάω .

Γιατί αυτό δεν είναι μόνο τζούρα ευτυχίας, είναι η ζωή μου.

*Ψάξε τη δόση ευτυχίας σου παντού. Πάρε τη τζούρα σου όπου τη βρίσκεις. Μπορεί να είναι ο τέλειος πρωινός καφές σου, μπορεί να είναι το διπλανό αμάξι που σε άφησε να περάσεις , μπορεί να είναι οτιδήποτε. Ψάξε την καθημερινά και στα πιο μικρά. Και ρούφηξε την.

**Αυτή τη φορά, έχει και homework:

 

***Ακούς αυτό. Λούπα.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Όταν μεγαλώνει ο σκύλος σου.

Σου έχω μιλήσει πολλές φορές για το σκύλο -φονιά του σπιτιού μας. Ίσως παραπάνω από όσο θα έπρεπε και να αγγίζει τα όρια του «μας τα έχεις πρήξει κοπελιά». Ποσώς με νοιάζει αν πιστεύεις έτσι και καθρεφτάκι και στα μούτρα σου, ξερωγω. Το ξέρω πως σου σπάω το νευρικό σύστημα, κάθε τρεις και λίγο , με το πόσο τον λατρεύω, πόσο φονιάς είναι, πόσα κουλουράκια έκλεψε κλπ. Όμως ο σκύλος, καλώς ή κακώς (καλώς !) είναι μέρος της οικογένειας μας και άρα θα αναφέρεται συχνά. Επίσης είναι αγράμματος και δεν πρόκειται ποτέ να διαβάσει τα πόστ μου και να έχουμε τα γνωστά «με ποιο δικαίωμα μαμά έγραψες αυτό για μένα και γιατί με πρόδωσες κλπ» που έχουμε με άλλο μέλος της οικογένειας μας (γκούχου γκούχου) και άρα ασφαλή και πάντα εμπορική (γκρινιάζετε γκρινιάζετε αλλά λατρεύετε να διαβάζετε για Λαρίτα ) λύση.

Ο σκύλος μας αυτός λοιπόν, εδώ και δυο χρόνια σχεδόν, έχει αρχίσει τα προβλήματα υγείας. Κάποια από την ηλικία, κάποια από τη φύση του (αυτό το γυναίκειο της κορμί, της δημιουργεί μπελάδες) , κάποια τυχαία και άνευ λόγου. Η ουσία είναι πως το έχουμε σαν τους γέρους και μπαινοβγαίνουμε σε γιατρούς και χειρουργεία και εξετάσεις. Μια ο Γιάννης δεν μπορεί, μια ο τέτοιος του πονεί, μας έχει σχεδόν κάθε μήνα να τρέχουμε για κάτι σπουδαίο η’ για κάτι απλό (σχεδόν πάντα είναι σπουδαίο εντέλει). Αυτό σε συνδυασμό με τις οικονομικές καταστάσεις που ζούμε τα τελευταία χρόνια, με τον περιορισμένο χρόνο μας και με τις αυξημένες υποχρεώσεις μας, με το άγχος για την καθημερινότητα και με το «πως θα τα βγάλω πέρα διάολε;», σε τερματίζει και σε φέρνει στα όρια σου. Και αγχώνεσαι. Και δυσανασχετείς. Και φτάνεις στο σημείο, να αποκαλείς το σκύλο σου προαγωγό (οκ τον αποκαλέσαμε με την αργκό λέξη αλλά είπα να κρατήσω ένα επίπεδο και να μην γίνουμε τελείως Τρούμπα) γιατί μας τρώει όλο το μισθό και μας αφήνει με ψίχουλα.

Με αποκορύφωμα σήμερα, που ξεκίνησε «μια απλή μέρα και τι δουλειές έχω να κάνω  και θα μου περισσέψουν λεφτά να πάρω και ένα ζευγάρι αθλητικά στο αγόρι» μέρα και κατέληξε το απόγευμα σε «δεν έκανα τίποτα, όλη μέρα έτρεχα για το σκύλο, έφαγα όλα μου τα λεφτά και ούτε γάλα δεν μου περισσεύει να πάρω τώρα» μέρα. Εδώ με βρίσκεις τώρα. Είμαι μέσα στο αμάξι, με τον ταλαίπωρο και ρουφήχτρα του μισθού μου σκύλο δίπλα μου, περιμένω να μου φέρουν ένα ειδικό δεν ξερωγω φάρμακο και παραμιλάω. Έχω στα χέρια μου λίστα με to do της ημέρας, δεν έχω κάνει τίποτα γιατί δεν πρόλαβα, τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτα γιατί δεν έχω μια και παραμιλάω ξανά. Ο σκύλος δεν έχει πάρει πρέφα τα νεύρα μου και την απελπισία μου, μόνο ένα «α ρε Λάρα γμτ την τρέλα σου» ακούει που και που αλλά αυτό της το λέω και όταν κλέβει παγωτό από μπώλ όταν γυρίζουμε αλλού το κεφάλι μας οπότε δεν κάνει διαφορά και εγώ συνεχίζω να παραμιλάω. Και σκέφτομαι τις τρύπες που θα έκλεινα με αυτά τα ευρώ που χάλασα, τι παπουτσάκια και καλούδια θα είχα πάρει αντί για να τα ξοδέψω στο σκύλο, σκέφτομαι πόσες δουλειές θα μείνουν για την άλλη εβδομάδα γιατί σήμερα ήταν ημέρα άρρωστου σκύλου και συνεχίζω το παραμιλητό.

Και γυρνάω σπίτι και τα ξαναλέω στο αγόρι που βρίσκεται κάπου στον κόσμο και πάλι γκρινιάζω και α ρε Λάρα γαμώ την τρέλα σου και εκείνος λέει να την βαλσαμώσουμε και να πάψει να μας ρουφάει τα μισθά και γελάμε αλλά και οι δυο κάνουμε εικόνα τα λεφτά που θα περίσσευαν. Και έρχεται το βράδυ και πέφτω για ύπνο. Και πάλι κάνω σκέψεις για την τύχη τη ρημάδα και τα λεφτά που χάνονται και το λίγο χρόνο και να είχε 40 ώρες το 24ωρο και 500,000 ευρώ το μεροκάματο και τι καλά και α ρε Λάρα γμτ την τρέλα σου. Και πάνω που χαλαρώνω, και κάθε φορά στο πεντάλεπτο που έχουν σβήσει τα φώτα και αρχίζω να χαλαρώνω, ακούω νυχιές, τις γνωστές νυχιές, τσίκι τσίκι,  να πλησιάζουν την κρεβατοκάμαρα μου. Και να έρχονται δίπλα μου. Και να σηκώνονται στα δυο πόδια και να σκουντάνε για να τα πάρω αγκαλιά. Γιατί μεγάλωσαν πια και δεν μπορούν να ανέβουν στο κρεβάτι. Και δυο χρόνια τώρα, με σκουντάνε να τα πάρω αγκαλιά. Για να έρθουν να κουρνιάσουν δίπλα μου. Να με ακουμπάνε και να νιώθουν ασφάλεια. Και αγάπη. Και σιγουριά. Γιατί εγώ είμαι η οικογένεια τους, το θυμάσαι;

Και εκεί λυγίζω. Και τώρα κλαίω. Γιατί εγώ όλη μέρα, το βρίζω και το θεωρώ οικονομικό βάρος. Και έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι γμτ. Μόλις κάτι μεγαλώσει, παλιώσει, δεν είναι πια φρέσκο και συναρπαστικό, το θεωρούμε βάρος και κούραση και περιττό και πόνο. Από τα σκυλιά μας μέχρι τους φίλους μας, τους γονείς μας, τους έρωτες μας, τις δουλειές μας, τις αγάπες μας. Ενώ το μόνο που χρειάζεται, το μόνο που διαρκεί, το μόνο που μετράει είναι να συνεχίσουμε να τα αγαπάμε όπως εκείνη την πρώτη φορά, την πρώτη περίοδο, τον πρώτο χρόνο. Όλα τα άλλα, παύουν να υπάρχουν όταν συμβαίνει αυτό. Το μόνο που χρειάζεται είναι αγάπη. Άντε και ίσως κατανόηση σε όσα κάνει η φθορά του χρόνου. Που όμως τα διορθώνει η αναλλοίωτη αγάπη μας.

Τώρα κλαίω γοερά και την έχω αγκαλιά. Αναστενάζει βαριά (είπαμε γέρασε) και μου χώνει γλυψιές γεμάτες αγάπη. Α ρε ρουφιάνα, εσύ θα μου τα φας όλα…φτάνει να ζήσεις ως τα 100.

 

*Ακούς αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , | 4 Σχόλια

Προγενέθλιο πόστ.

Θες να σου πω πως χαίρομαι που μεγαλώνω; Θες να ακούσεις πόσο γαμάτη είναι η δεκαετία που διανύω; Πόσο ζω, τώρα, την κάθε στιγμή και πόσο ουσιαστικότερα είναι όλα, τώρα, που ωρίμασα; Θα μπορούσα να στα πω όλα και με ακόμα καλυτέρα λόγια, αν είχα αρχίσει τελικά εκείνα τα ψυχοφάρμακα και τα ηρεμιστικά που χρόνια με φλερτάρουν και δουλίτσα δεν  έχει γίνει. Η’ θα μπορούσα να στα είχα ομολογήσει, με χαρτί και με μολύβι όπως ακριβώς σε βολεύουν, αν αντί για πρωινό εσπρεσάκι, έπινα εκείνο το υπέροχο τζινάκι και η ζωή ήταν όμορφη και λίγο κουνημένη Όμως είμαι καθαρή και σόμπερ και θα σου πω αλήθειες. Σκληρές αλήθειες, μια γυναίκας στη δεκαετία των 40-50.

  • Όποιος έχει πει πως γ@μάς και δέρνεις σε τούτη τη δεκαετία , προφανώς δεν γ@μησε, ούτε έδειρε στην προηγουμένη δεκαετία που είχε και πιο κουράγια. Αν με πιάνεις. Οπότε ναι, όντως έχεις τη ζωή στα χέρια σου, όμως πριν (αν είχες τη ζωη στα χέρια σου), αυτά τα χέρια, άντεχαν περισσότερο βάρος από «ζωή στα χέρια».
  • Τώρα μου μιλάμε για βαρος, παίρνεις βάρος σε σημεία που δεν πίστευες πως παίρνεις βάρος. Θα μου πεις τρως. Και πριν έτρωγα , θα σου πω. Θα μου πεις δεν γυμνάζεσαι. Ούτε πριν γυμναζόμουν, πoιό είναι το πόιντ σου, αντιδραστικέ τύπε; Εγώ μιλώ για γυναίκες, ιν μάι έιτζ, που έχουν ακριβώς τις ίδιες διατροφικές, γυμναστικές συνήθειες και όμως παχαίνουν και βαραίνουν, σαν να μην υπάρχει αύριο. Ισχύει. Λέγονται η´ ορμονικές διαταραχές η´ κατακρατήσεις υγρών, όποιο έρθει πρώτο.
  • Πρήζεσαι επίσης, σε σημεία που δεν ήξερες πως πρήζεται o άνθρωπος. Λες ατάκες που δεν έχουν ξαναειπωθεί, τύπου «έχει πρηστεί το νεφρό μου, ένας αδένας στο κεφάλι μου, ο καρπός μου μα μόνο όταν πιάνω το δεξί μου ρουθούνι , κλπ» και θεωρείς πως ή έχεις κάνει νέες ανακαλύψεις στον τομέα της ιατρικής ή είσαι τελείως για τα μπάζα. Το δεύτερο, με διαφορά.
  • Έχεις όρεξη. Πολλή όρεξη. Που μετά, την πληρώνεις ή με βάρος /πρήξιμο (δες παραπάνω) ή με βαρυστομαχιά και καούρες. Αν ναι, έχεις και καούρες πια. Ποιος, εσύ, που έτρωγες και πέτρες (αληθινή ιστορία, μια μέρα που θα γνωριζόμαστε καλυτέρα, θα ειπωθεί). Και τώρα, τρως λαπά με γιαούρτι ξερωγω και σε πειράζει. Η’ ρεύεσαι το βραστό κοτόπουλο, μέχρι να σβήσει ο ήλιος.
  • Ρεύεσαι…πολύ, πιο ελεύθερα. Είναι αυτή η καταξίωση «είμαι λίγο πιο κοντά στο θάνατο» που σε απελευθερώνει; Δεν ξέρω, πάντως κάνεις όλες τις σωματικές σου ανάγκες (με ήχο!), πιο εύκολα. (τι λέω ρε φίλε και δεν με σταματάει κανείς;).
  • Έχεις αϋπνίες. Ή ακόμη καλύτερα, έχεις διαταραχές ύπνου. Οι ορμόνες, λέει πάλι. Ή η αρχή κλιμακτηρίου. Και κάθε που ανοίγει το μάτι μέσα στη νύχτα, τουλάχιστον 3-4 φορές κατά τη διάρκεια της, τσιμπολογάς και κάτι. Οπότε ξανά πας στο case που αναλύσαμε πιο πάνω, με βάρος και κιλά. Και αν ξυπνάς και λες δεν θα φάω, θα αντισταθώ, τότε δεν μπορείς να ξανακοιμηθείς γιατί σκέφτεσαι τα λάθη της ζωής σου όλης,  οπότε λούπα η κατάσταση και ξάγρυπνη και σαν σταφίδα το πρωί.
  • Σταφίδα. Η μούρη σου. Μέρα με τη μέρα, πέφτει και πάει να συναντήσει το πάτωμα. Σακούλες, ρυτίδες, μαύροι κύκλοι. Όπως είχες πριν αλλά χειροτέρα. Κάνεις μπότοξ αλλά μετά είναι σαν να σε έχουν τρομάξει πολύ και δεν μπορείς να συνέλθεις. Και λες καλύτερα ρυτίδες. Και τώρα είσαι η σταφίδα που είπαμε πιο πριν.
  • Στο πάτωμα επίσης, είναι ο ποπός σου, τα βυζιά σου, το κάτω μέρος του μπράτσου σου, το κομμάτι δέρματος πάνω από τα γόνατα σου και η κοιλιά σου, που αν είσαι άτυχη και δεν είναι τούρλα, είναι στο πάτωμα μαζί με τα υπόλοιπα μέλη σου. Ομορφιά.
  • Επίσης, φίλη σου είναι η ξηρότητα. Ναι , ναι, με τα χρόνια έρχεται και η ξηρότητα. Στα μάτια, στο δέρμα, σε σημεία που δεν μπορούμε να κάνουμε αναφορές γιατί ήδη ο ποπός πιο πάνω, ήταν αρκετός. Και γίνεσαι φίλη με λιπαντικές κρέμες, με ενυδατικές κρέμες, με ειδικά κολλύρια ματιών και φορές φορές νιώθεις σαν συνεργείο αυτοκίνητων που κάθε μέρα κάνεις ρεκτιφιέ, στο ίδιο αμάξι.
  • Τώρα που είπα ρεκτιφιέ. Το ρεκτιφιέ που κάνεις για να βγεις μια «βόλτα για ποτό» ; Τι φάση! Και που πας στο ρημαδοποτό και έχεις κάνει του κόσμου το ρεκτιφιέ και δεν κοιτάει άνθρωπος γιατί ή πηγαίνεις σε λάθος μπαρ ή θεωρούν πως είσαι τσεκαδόρος/ ιδιοκτήτης γιατί είναι οι μόνοι που έχουν την ηλικία σου ή θεωρούν πως έχεις φέρει το παιδί σου και περιμένεις να τελειώσει η βόλτα του και να το μαζέψεις σπίτι. Και δεν παίζει κοίταγμα/ ενασχόληση/ χαλάλι το ρεκτιφιέ από κανέναν, γιατί όλοι α)ούτε να σε φτύσουν β)σου μιλάνε, οι πάντες, στον πληθυντικό. Και πίνεις τα ποτά σου και κάνεις κεφάλι καζάνι σε μισό χρόνο από ότι παλιά. Και φεύγεις και πας και κοιμάσαι και θες ειλικρινά, σαράντα μέρες για να συνέλθεις από hangover. Σαν να γέννησες μωρό ξερωγω και περιμένεις να πάρεις την ευχή των σαράντα. Τέτοια χάλια.
  • Και κλείνοντας (όχι πως δεν έχω να πω και άλλα για τα χάλια της ηλικίας μου αλλά έχω περάσει τις 1000 λέξεις και κάνει κοιλιά το θέμα) έχεις και τον καημό, αν έχεις γλεντήσει πολλά χρόνια πριν και έχεις αργήσει να γίνεις μάνα, έχεις τον καημό επαναλαμβάνω, να είσαι πάντα η μεγαλύτερη μάνα. Πάντα και παντού, από τα πάρτι μέχρι τις ενημερώσεις, εσύ είσαι η μεγαλύτερη και έπρεπε να ξέρεις καλύτερα και σταμάτα να ρωτάς μπούρδες (γιατί ρωτάς μπούρδες ) μεγάλη γυναίκα κα μεγάλη μάνα.

Έπιασες το νόημα μου; Κατάλαβες τα ζόρια της δεκαετίας που διανύω; Της δεκαετίας που θα κλείσω άλλο έναν χρόνο, σε λίγες μέρες;

Για αυτό σου λέω. Άσε με στο πόνο και τράβα αλλού να σου πουν για τις ομορφιές των 45+.

Εδώ τσού.

😛

*Τούτο το πόστ, ξεκίνησε με άλλο σκοπό και άλλη ιδέα για να τιμήσω τα γενέθλια μου. Ήθελα να γράψω για πολλές φοβίες και ανασφάλειες  που μου έχει φέρει η ηλικία, η ωριμότητα, η όπως θες πες το. Καθώς το έγραφα όμως, μίλησα στο τηλέφωνο, με αγαπημένη φίλη από τα παλιά . Φίλη που περνάει πολύ δύσκολα (και δεν το ήξερα). Και επειδή, στο παρελθόν, μου είχε πει πόσο γελάει με αυτά που γράφω, είπα να γράψω κάτι , για να την κάνω να γελάσει. Άρα όλο το πόστ,με τεράστια δόση υπερβολής, για περισσότερο γέλιο, είναι αφιερωμένο  σε σένα, αγαπημένη μου Α. ❤

** Ακούς αυτό, για τη φίλη μου.

*** Ακούς αυτό, για μένα, είναι σχεδόν συνομήλικο μου (οκ οκ , κλέβω λίγα χρόνια).

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , | 2 Σχόλια

Για κάποιο αγόρι, στη μέση του δρόμου. #Ζακ.

       Πριν λίγες μέρες, το έχεις μάθει άλλωστε, υπάρχει παντού, πέθανε ένας άνθρωπος, εκεί στη μέση του δρόμου, στη μέση του δρόμου της πρωτεύουσας, στη μέση του δρόμου της πρωτεύουσας μιας ευρωπαϊκής χωράς. Πέθανε μετά από λιντσάρισμα. Πέθανε γιατί αποπειράθηκε να κλέψει ένα χρυσοχοείο. Πέθανε γιατί τον σακατέψανε στις μπουνιές και στο ξύλο. Πέθανε εκεί, στο πεζοδρόμιο. Στη μέση του δρόμου. Στη μέση του δρόμου της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας όπως είπαμε πριν . Και δεν έχει ανοίξει ρουθούνι.

      Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και τα νέα δεδομένα από το συμβάν, αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη και έχουμε φτάσει σήμερα (04/10/2018) από την ληστεία και άμυνα του καταστηματάρχη, στο εξαρτημένος ναρκομανής, που  προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει ένα καταφύγιο (από πιθανή απειλή υπαρκτή η’ στη σφαίρα των παραισθήσεων του ) και για κακή του τύχη, μπήκε στο εν λόγω μαγαζί. Στο εν λόγω μαγαζί που από ότι φαίνεται λειτουργεί σαν «ανταλλακτήριο», να το πω πιο ευγενικά και «εξυπηρετεί» κόσμο , να το πω ακόμη ευγενικότερα, κόσμο ανάλογο με το Ζακ και άρα έχει ανοιχτές τις πόρτες του σε άτομα με ανάγκες. Και αυτά τα άτομα, τα λιντσάρει μέχρι θανάτου, έξω ακριβώς από το μαγαζί του. Γιατί μπορεί. Και είναι λογικό. Γιατί μπορεί, ξανά. Και δεν έχει ανοίξει ρουθούνι.

     Και έρχομαι εγώ, που έχω γεννηθεί με απορίες μέσα στο κεφάλι μου  και σκέφτομαι όλα αυτά : Πως γίνεται να κάνεις ένα φόνο, να τον βαφτίζεις αυτοάμυνα να είσαι κούλ μετά, να καθαρίζεις και να συμμαζεύεις με τόση ευκολία τον τόπο του εγκλήματος και να ναι όλα μέλι γάλα και σαν να μην τρέχει τίποτα; Πως γίνεται αυτή η άνεση και η εξοικείωση με τη φάση; Συνήθεια; Έχει ξανασυμβεί, μονάχα που τώρα υπήρχε βίντεο και σχετικός χαμός στο διαδίκτυο; Και άλλαξε η συνταγή;

     Πως γίνεται να βλέπεις έναν εξαρτημένο άνθρωπο, που με το ζόρι μπορεί να πάρει τα πόδια του, που είναι σε παραίσθηση, σε κρίση και να αρχίζεις να τον κλωτσάς μέχρι θανάτου; Να τον σακατεύεις στο ξύλο χωρίς να έχεις ούτε έναν ενδοιασμό; Και ο μόνος λόγος που αντιδράς έτσι, είναι επειδή έκανε το λάθος και μπήκε στο μαγαζί σου; Άοπλος; Και χωρίς, λόγω κατάστασης, καμία πρόθεση να σου κάνει κακό; Και τον έχεις στο πάτωμα, σαν κομμάτι κρέας, και τον κλωτσάς; Τον κλωτσάς χωρίς σταματημό; Και είσαι εσύ, ο διπλανός που ή βοηθάς τον καταστηματάρχη στο θεάρεστο έργο του η΄ χαζεύεις με απάθεια σαν να μην συμβαίνει τίποτα; Πως γίνεται να συμβαίνουν όλα αυτά;

      Πως γίνεται να είσαι αστυνομικός (δεν λέω μπάτσος γιατί δεν το θεωρώ σωστό, σε αυτή τη φάση ) και αντιδράς όπως αντιδράς σε όλα όσα περιέγραψα παραπάνω; Πως γίνεται να μην ξέρεις πως το όργανο του εγκλήματος (αν υπήρχε) είναι σημαντικό και δεν αλλάζει πεντακόσια χέρια μέχρι να γίνει πειστήριο του εγκλήματος; Πως γίνεται να μην ξέρεις πως και ο τόπος του εγκλήματος είναι σημαντικός και απαγορεύεται να παραποιηθεί, καθαριστεί, αλλάξει; Πως γίνεται, να γίνεται ένα έγκλημά μπροστά στα μάτια σου, ένα έγκλημα που δεν δικαιολογείται ακόμη και αν ευστοχούσε η εκδοχή της ληστείας και να είσαι τόσο ζώο και τόσο απαθής και το μόνο που σε νοιάζει είναι να προστατεύσεις αυτό που προφανώς σε «ταΐζει»  υπογείως; Πως γίνεται να πρέπει να σε πω μπάτσο, για να νιώσεις πόσο κακός επαγγελματίας ( δεν τολμώ να πω λειτουργός)  και πόσο άκυρος προστάτης της ανθρώπινης ύπαρξης σε θεωρώ;

      Πως γίνεται να αφήνεις τα ΜΜΕ να κατευθύνουν, για άλλη μια φορά, τη σκέψη σου; Πέθανε, αβοήθητος, ένας νέος άνθρωπος σε ανάγκη και τους αφήνεις να σου αλλάζουν,  κατά το δοκούν, το πως και το γιατί; Ήταν ληστεία; Δεν ήταν τελικά; Ήταν απελπισμένη διαφυγή και χώρος προφύλαξης; Πήγε να πουλήσει κάτι στον τοκογλύφο; Γνωριζόταν; Είναι θέμα μόνο των κοινοτήτων (lgbt, ναρκομανείς, εξαρτημένοι, οροθετικοί) που ανήκε το θύμα; Γιατί δεχόμαστε όσα μας σερβίρουν ενώ η αλήθεια, είναι ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή; Γιατί επιτρέπουμε να μας θεωρούν ζώα και παιδιά ενός κατωτέρου θεού και άρα εύκολα και στη διαχείριση και στο σερβίρισμα παραποιημένων ειδήσεων ; Γιατί δέχεσαι να  σε πείσουν πως είναι αριστερό, δεξιό, γκέι, οροθετικό, drag queen θέμα και δεν ασχολείσαι για να μην χαρακτηριστείς; Γιατί δέχεσαι να βάζουν σε κατηγορίες την ανθρώπινη ύπαρξη; Είναι άνθρωπος, σκέτο, γιατί πρέπει να ανήκει σε κάποια επιμέρους ομάδα για να αποκτήσει οντότητα στα ΜΜΕ; Γιατί επιτρέπεις, στην κάθε επιμέρους ομάδα, να θεωρεί δικό της το θύμα και να διαμαρτύρεται από τη δική της σκοπιά; Γιατί δεν αρκείσαι στο ένας νέος άνθρωπος, λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου, μέρα μεσημέρι, στο κέντρο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας;

        Γιατί είσαι ακόμη στο καναπέ; Γιατί είμαι ακόμη εδώ στο πληκτρολόγιο; Γιατί μένουμε απαθείς ; Δολοφονήθηκε ένας άνθρωπος που απλά φοβόταν και βρέθηκε στο λάθος μέρος και την πιο ακατάλληλη στιγμή; Γιατί μένουμε απαθείς γμτ;

     *Mην ακούσεις τίποτα. Άκου την καρδιά σου.

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , | Σχολιάστε