Σαν σήμερα.

Μου αρέσει το σαν σήμερα του facebook. Το χαζεύω κάθε μέρα η’ τέλος πάντων αυτό θέλω μα δεν το κάνω πάντα. Όντως μου αρέσει. Κυρίως γιατί θυμάμαι τι μλκιες έγραφα στο παρελθόν (ακόμη το κάνω μα θα το δείξει ο χρόνος ) και ξαναζώ στιγμές που με τον έναν η άλλον τρόπο , με έχουν σημαδέψει. Θυμάμαι δηλαδή και ξαναζώ, πότε έβαλα αυτήν την φωτό, όταν είχε γίνει εκείνο ή πότε είπα αυτό γιατί είχε συμβεί το άλλο ή πότε πήγα σε εκείνο το μέρος, για να ξεχάσω εκείνο το θέμα κλπ. Όλοι λογικά το ζούμε αυτό και για όλους σημαίνει κάτι παραπάνω από ένα απλό πόστ ότι βάζουμε. Ξυπνάει αναμνήσεις, νοσταλγικές στιγμές , χαρές και στεναχώριες…ιδίως το τελευταίο.

Έτσι και χτες. Το σαν σήμερα δεν μου ξεκίνησε καλά τη μέρα. Όχι ότι ήθελε και πολύ, σαν να ζορίζουν τα πράγματα και ας έρχεται το καλοκαίρι που με τόση λαχτάρα περιμένουμε όλο το χειμώνα. Πάλι ζόρια διακρίνω γύρω μου, μέσα μου, παντού. Στο σαν σήμερα λοιπόν : έδειχνε πως είχαμε πάει με το αγόρι μου σε μια σούπερ πιτσαρία στην πλατεία Μαβίλη. Πριν τέσσερα χρόνια. Και πίναμε μπυρίτσες (οκ εκείνος, εγώ ήπια μόνο μια) κάτω από την κληματαριά και γελούσαμε και ήταν όλα σούπερ. Πριν τέσσερα χρόνια. Και θυμάμαι πως ο λόγος που είχαμε καταλήξει εκεί ήταν γιατί είχα ραντεβού με το γυναικολόγο που είναι ακριβώς απέναντι . Και πως το ραντεβού είχε καθυστερήσει ( μια μέρα θα μιλήσουμε για τον γυναικολόγο μου που είναι ο τελειότερος επιστήμονας της γης αλλά με τεράστιο θέμα με τα ραντεβού του 😉 ) .  Δεν πάτε απέναντι να πιείτε ένα ποτάκι όσο περιμένετε; Μας πρότεινε. Και ήμασταν πολύ χαρούμενοι και ευδιάθετοι και αποφασίσαμε να πάμε. Σου λέω ήμασταν χαρούμενοι πολύ. Γιατί; Ήμουν σχεδόν τεσσάρων μηνών έγκυος και όλη η διαδικασία πήγαινε σούπερ. Μετά από τόσες προσπάθειες και τόσα χρόνια, επιτέλους σε αυτήν την ηλικία, ήμουν έγκυος. Και σχετικά εύκολα. Και σχετικά γρήγορα. Έτσι και πήγαμε, φάγαμε, ήπιαμε , γελάσαμε, λέγαμε για το μωρό με το σερβιτόρο. Περάσαμε ωραία. Έτσι γράφτηκε  και το πόστ της χαράς του σαν σήμερα.

Το μετά στο ιατρείο και το μετά που ποτέ δεν ειπώθηκε στο facebook και σε κανένα social media είναι πως τελικά –έτσι φαγωμένοι και ευτυχισμένοι- η εγκυμοσύνη δεν πήγαινε τόσο καλά. Η καρδούλα δεν χτυπούσε και όλα έσβησαν σε ένα λεπτό. Έτσι βουβά έληξαν όλα και ξεχάστηκε εκείνο το πόστ χαράς μέσα στη λήθη της σφαίρας του ίντερνετ.

Μέχρι χτες. Που πετάχτηκε μπροστά μου (και άλλη φόρα θα είχε βγει αλλά ή δεν το πρόσεξα ή δεν το είχα ανάγκη). Και άρχισα  να κάνω σκέψεις : θα ήταν 3,5 χρονών τώρα το μωρό. Θα είχαμε γιορτάσει τρία γενέθλια. Θα ήμασταν τέσσερις στην οικογένεια μας. Μα και το άλλο; Πριν το Λυδόνι; Θα ήταν σχεδόν 11. Και το άλλο; 15. Και το άλλο; Ωπα Νάνσυ, τι κάνεις; Τι μνημόσυνα γενέθλιων από αγέννητα παιδιά  είναι αυτά ; Γιατί υποφέρεις; Γιατί βάζεις τη ψυχή σου σε αυτή τη διαδρομή; Όσοι έζησαν έζησαν και όσοι πέθαναν είναι κάπου πιο ωραία γιατί εδώ η ζωούλα τους δεν θα ήταν ρόδινη . Σταμάτα το…μπα δεν σταματάει, ακόμη υπολογίζω. Τι τάξης μάνα θα ήμουν, τι σπίτι θα είχαμε να χωράνε όλα τα χαμένα παιδιά, πως θα πηγαίναμε διακοπές που θα ήμασταν τόσοι. Και τρέχει η σκέψη. Το κάνεις και εσύ ε; Και εσύ; Κλαις για εκείνα τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ, που αγαπήθηκαν πολύ  και τώρα που μεγαλώνεις σαν να σου λείπουν λίγο παραπάνω; Που τώρα που στερεί σιγά σιγά η φύση, σαν να κοτσάρει λίγο πιο πολύ η θύμηση; Το κάνεις και εσύ ε; Μην νιώθεις μόνη, για αυτό το μοιράζομαι. Να ξέρεις πως υπάρχουν κι άλλες, το έχουν νιώσει και δυστυχώς θα συνεχίσουν να το νιώθουν κι άλλες. Έχεις παρέα . Μια αγκαλιά και έναν ώμο για να κλάψεις. Να το μοιράζεσαι αν σε κάνει να νιώθεις καλυτέρα. Μοίρασε μοίρασε το βάρος, θα μείνει λίγο για σένα. Θα φαίνεται ελαφρύτερο. Θα ακούσεις κι άλλους πόνους και θα σου φανεί ο δικός σου φτερό. Θα δεις χαρές που ισορροπούν όλες τις απώλειες. Θα αγαπήσεις με πιο πάθος αυτά που έχεις ήδη στην αγκαλιά σου και θα πάψεις να πονάς για εκείνα που έχασες. Θα δεις. Θα γίνει έτσι.

Ακόμη μετράω γενέθλια, αγκαλιές και φιλιά και χάδια…όχι εκείνων που έχασα. Εκείνων που έχω αγκαλιά. Και έτσι ξεχνιούνται όλα.

❤️

*Ακούς αυτό.

Advertisements
Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε

An amazing story #9/11

10957567_10204999700487950_8219923194087617147_n

Here is an amazing story from a flight attendant on Delta Flight 15, written following 9-11 :

Οn the morning of Tuesday, September 11, we were about 5 hours out of Frankfurt, flying over the North Atlantic .

All of a sudden the curtains parted and I was told to go to the cockpit, immediately, to see the captain. As soon as I got there I noticed that the crew had that «All Business» look on their faces. The captain handed me a printed message. It was from Delta’s main office in Atlanta and simply read, «All airways over the Continental United States are closed to commercial air traffic. Land ASAP at the nearest airport. Advise your destination.»

No one said a word about what this could mean. We knew it was a serious situation and we needed to find terra firma quickly. The captain determined that the nearest airport was 400 miles behind us in Gander, New Foundland.

He requested approval for a route change from the Canadian traffic controller and approval was granted immediately — no questions asked. We found out later, of course, why there was no hesitation in approving our request.

While the flight crew prepared the airplane for landing, another message arrived from Atlanta telling us about some terrorist activity in the New York area. A few minutes later word came in about the hijackings.

We decided to LIE to the passengers while we were still in the air. We told them the plane had a simple instrument problem and that we needed to land at the nearest airport in Gander , New Foundland, to have it checked out.

We promised to give more information after landing in Gander .. There was much grumbling among the passengers, but that’s nothing new! Forty minutes later, we landed in Gander. Local time at Gander was 12:30 PM …. that’s 11:00 AM EST.

There were already about 20 other airplanes on the ground from all over the world that had taken this detour on their way to the US.

After we parked on the ramp, the captain made the following announcement: «Ladies and gentlemen, you must be wondering if all these airplanes around us have the same instrument problem as we have. The reality is that we are here for another reason.»

Then he went on to explain the little bit we knew about the situation in the US. There were loud gasps and stares of disbelief. The captain informed passengers that Ground control in Gander told us to stay put.

The Canadian Government was in charge of our situation and no one was allowed to get off the aircraft. No one on the ground was allowed to come near any of the air crafts. Only airport police would come around periodically, look us over and go on to the next airplane.

In the next hour or so more planes landed and Gander ended up with 53 airplanes from all over the world, 27 of which were US commercial jets.

Meanwhile, bits of news started to come in over the aircraft radio and for the first time we learned that airplanes were flown into the World Trade Center in New York and into the Pentagon in DC.

People were trying to use their cell phones, but were unable to connect due to a different cell system in Canada . Some did get through, but were only able to get to the Canadian operator who would tell them that the lines to the U.S. were either blocked or jammed.

Sometime in the evening the news filtered to us that the World Trade Center buildings had collapsed and that a fourth hijacking had resulted in a crash. By now the passengers were emotionally and physically exhausted, not to mention frightened, but everyone stayed amazingly calm.

We had only to look out the window at the 52 other stranded aircraft to realize that we were not the only ones in this predicament.

We had been told earlier that they would be allowing people off the planes one plane at a time. At 6 PM, Gander airport told us that our turn to deplane would be 11 am the next morning.

Passengers were not happy, but they simply resigned themselves to this news without much noise and started to prepare themselves to spend the night on the airplane.

Gander had promised us medical attention, if needed, water, and lavatory servicing.

And they were true to their word.

Fortunately we had no medical situations to worry about. We did have a young lady who was 33 weeks into her pregnancy. We took REALLY good care of her. The night passed without incident despite the uncomfortable sleeping arrangements.

About 10:30 on the morning of the 12th a convoy of school buses showed up. We got off the plane and were taken to the terminal where we went through Immigration and Customs and then had to register with the Red Cross.

After that we (the crew) were separated from the passengers and were taken in vans to a small hotel. We had no idea where our passengers were going. We learned from the Red Cross that the town of Gander has a population of 10,400 people and they had about 10,500 passengers to take care of from all the airplanes that were forced into Gander!

We were told to just relax at the hotel and we would be contacted when the US airports opened again, but not to expect that call for a while.

We found out the total scope of the terror back home only after getting to our hotel and turning on the TV, 24 hours after it all started.

Meanwhile, we had lots of time on our hands and found that the people of Gander were extremely friendly. They started calling us the «plane people.» We enjoyed their hospitality, explored the town of Gander and ended up having a pretty good time.

Two days later, we got that call and were taken back to the Gander airport. Back on the plane, we were reunited with the passengers and found out what they had been doing for the past two days.

What we found out was incredible…..

Gander and all the surrounding communities (within about a 75 Kilometer radius) had closed all high schools, meeting halls, lodges, and any other large gathering places. They converted all these facilities to mass lodging areas for all the stranded travelers.

Some had cots set up, some had mats with sleeping bags and pillows set up.

ALL the high school students were required to volunteer theirtime to take care of the «guests.»

Our 218 passengers ended up in a town called Lewisporte, about 45 kilometers from Gander where they were put up in a high school. If any women wanted to be in a women-only facility, that was arranged.

Families were kept together. All the elderly passengers were taken to private homes.

Remember that young pregnant lady? She was put up in a private home right across the street from a 24-hour Urgent Care facility.There was a dentist on call and both male and female nurses remained with the crowd for the duration.

Phone calls and e-mails to the U.S. and around the world were available to everyone once a day. During the day, passengers were offered «Excursion» trips.
Some people went on boat cruises of the lakes and harbors. Some went for hikes in the local forests.

Local bakeries stayed open to make fresh bread for the guests.

Food was prepared by all the residents and brought to the schools. People were driven to restaurants of their choice and offered wonderful meals. Everyone was given tokens for local laundry mats to wash their clothes, since luggage was still on the aircraft.

In other words, every single need was met for those stranded travelers.

Passengers were crying while telling us these stories. Finally, when they were told that U.S. airports had reopened, they were delivered to the airport right on time and without a single passenger missing or late. The local Red Cross had all the information about thewhereabouts of each and every passenger and knew
which plane they needed to be on and when all the planes were leaving. They coordinated everything beautifully.

It was absolutely incredible.

When passengers came on board, it was like they had been on a cruise. Everyone knew each other by name. They were swapping stories of their stay, impressing each other with who had the better time. Our flight back to Atlanta looked like a chartered party flight. The crew just stayed out of their way. It was mind-boggling.

Passengers had totally bonded and were calling each other by their first names, exchanging phone numbers, addresses, and email addresses.

10931204_10204999700607953_8501858512669835933_n

And then a very unusual thing happened.

One of our passengers approached me and asked if he could make an announcement over the PA system. We never, ever allow that. But this time was different. I said «of course» and handed him the mike. He picked up the PA and reminded everyone about what they had just gone through in the last few days.
He reminded them of the hospitality they had received at the hands of total strangers.

He continued by saying that he would like to do something in return for the good folks of Lewisporte.

«He said he was going to set up a Trust Fund under the name of DELTA 15 (our flight number). The purpose of the trust fund is to provide college scholarships for the high school students of Lewisporte.

He asked for donations of any amount from his fellow travelers. When the paper with donations got back to us with the amounts, names, phone numbers and addresses, the total was for more than $14,000!

«The gentleman, a MD from Virginia , promised to match the donations and to start the administrative work on the scholarship. He also said that he would forward this proposal to Delta Corporate and ask them to donate as well.

As I write this account, the trust fund is at more than $1.5 million and has assisted 134 students in college education.

«I just wanted to share this story because we need good stories right now. It gives me a little bit of hope to know that some people in a faraway place were kind to some strangers who literally dropped in on them.

It reminds me how much good there is in the world.»

 

Posted in Άρθρα φίλων, Εμπειρίες | Tagged , , , | 1 σχόλιο

Τρόμος πάνω από την Αθήνα.

7a69076d3c3e1ec6837c8103fca24c0d

       Την συνάντησα μετά από καιρό, στο πρόσφατο ταξίδι μου στο Λονδίνο. Είχε κοιμηθεί η μικρή στο σπίτι των εγγονιών της το προηγούμενο βράδυ και πήγα να την παραλάβω. Και εκεί, μεταξύ καφέ και υπέροχης θέας του Τάμεση, αρχίσαμε να μιλάμε για τα αεροπλάνα και τους φόβους μας. Εγώ δηλαδή γιατί είναι κάτι που με απασχολεί μόνιμα . της είπα όλες τις ηλίθιες, ανούσιες ιστορίες που μου έχουν συμβεί στον αέρα. Στην ουσία τίποτα αλλά εγώ τα έχω μεγαλοποιήσει όλα γιατί χέζομαι πάνω μου. Στην ουσία καμία ιστορία γιατί είναι ελάχιστες οι ώρες που έχω βρεθεί στον αέρα σε σχέση με άλλους ανθρώπους που ταξιδεύουν συχνά.

       Εκείνη δεν έλεγε τίποτα. Καθόταν και άκουγε τους υστερισμούς μου και γελούσε, είχε καταλάβει πόσο κλανιάρα είμαι και απλά γελούσε με τους θεατρινισμούς μου.

      «Γελάς γιατί δεν φοβάσαι;» της είπα επιπόλαια. «Η’ γελάς γιατί δεν σου έχει τύχει κάτι που να  σε κάνει να φοβηθείς» συνέχισα.

0591e3b74056b729949330b50ee4b729

      Τον Αύγουστο του 1978, η φίλη που καθόταν απέναντι μου, είχε δυο μικρά παιδάκια και ένα άντρα καπετάνιο. Το πλοίο του μόλις είχε φτάσει στην Νέα Υόρκη και είχε δέκα μέρες καιρό να πάει να τον συναντήσει μετά από , ούτε εκείνη θυμόταν, πόσο καιρό. Έτσι και θα έκανε. Έκλεισε εισιτήριο για την πτήση 411, με την Ολυμπιακή Αεροπορία στις 09/08/1978 , Αθήνα – Νέα Υόρκη. Ήθελε να δει τον άντρα της, τα είπαμε. Τα δυο παιδιά, θα έμεναν με τους παππούδες και σε 10 μέρες το πολύ, θα ήταν πίσω.

       Εκείνο το πρωινό της 9ης Αυγούστου, τίποτα δεν της έδειχνε πως θα εξελιχθεί σε μια ξεχωριστή μέρα. Ούτε τα παιδιά γκρίνιαζαν για να μην φύγει, ούτε έτυχαν τίποτα στραβά και με ένδειξη γρουσουζιάς κατά της διάρκεια της ετοιμασίας των αποσκευών , ούτε άργησε να πάει στο αεροδρόμιο, ούτε είχε κανένα προαίσθημα του να μην πετάξει. Όλα ήταν τέλεια και ήταν χαρούμενη που έκανε αυτό το ταξίδι. Ήθελε να δει τον άντρα της, τα είπαμε. Η πτήση 411, κράτησε μόνο 93’’.  Ενενήντα τριά, δραματικά δευτερόλεπτα σου λέω εγώ και στο παραθέτω έτσι ακριβώς όπως έχει γραφτεί στον τύπο:

« Το πρωί της 9ης Αυγούστου 1978 η Ελλάδα θα ζούσε παραλίγο την μεγαλύτερη αεροπορική-και όχι- μόνο τραγωδία της ιστορίας, καθώς ένα jumbo θα έπεφτε μέσα στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Αθήνας, αν όχι και στο ίδιο της το κέντρο.

Η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε προγραμματίσει την πτήση 411 από Αθήνα για Νέα Υόρκη, με ένα από τα τέσσερα Boeing 747-200 που διέθετε στον στόλο της.

Αμέσως μετά την απογείωση και με τους κινητήρες να λειτουργούν στο μέγιστο της απόδοσής τους το τμήμα του στροβίλου του Νο 3 κινητήρα εξερράγη και έπεσε στο έδαφος.

Κατά τη διερεύνηση που ακολούθησε αποκαλύφθηκε ότι ορισμένοι από τους αγωγούς ψύξης του στροβίλου ήταν βουλωμένοι. Αυτό είχε αποτέλεσμα να υπερθερμανθούν και να σπάσουν, προκαλώντας καταστροφή στο Νο 3 κινητήρα, με αποτέλεσμα την αποκόλληση του. Ο ιπτάμενος μηχανικός μόλις είδε την καταστροφή του κινητήρα έκοψε τα νερά, δηλαδή έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα ψεκασμού νερού σε όλους τους κινητήρες. Με την ενέργεια του αυτή, το αεροπλάνο έχασε 4500 λίμπρες από την ώση, γεγονός που επιβάρυνε την ήδη επικίνδυνη κατάσταση. Το αεροπλάνο πλέον πετούσε με ταχύτητα ελάχιστα υψηλότερη από αυτή που ήταν το όριο για την απώλεια στήριξης.

Η πορεία που μπορούσε ο κυβερνήτης να ακολουθήσει ήταν μόνο ευθεία και οριζόντια. Κάθε άλλη ενέργεια θα είχε σαν αποτέλεσμα την πτώση του Τζάμπο 747, γιατί θα έχανε πολύτιμους κόμβους ταχύτητας.

Αναγκαστικά το τεράστιο αεροπλάνο των 335.000 κιλών πέρασε πάνω από το Ελληνικό, την Νέα Σμύρνη και την Καλλιθέα. Το αεροπλάνο πήγαινε καρφί στο όρος Αιγάλεω, με τελικό στόχο την καταστροφή του. Στις 2.05 μμ μια ελαφριά αύρα έδωσε στο Τζάμπο 747 μερικά πόδια ύψους, που σε συνδυασμό με την μείωση των καυσίμων κατάφερε με μια μικρή κλίση να αποφύγει την συντριβή του στις πλαγιές του Αιγάλεω.

Στις 2.20 μμ η προσγείωση έγινε χωρίς κανένα απρόοπτο. Μετά από έρευνα στα στοιχεία του αεροπλάνου φάνηκε ότι είχαν γίνει τροποποιήσεις στους κινητήρες, για να έχουν μεγαλύτερη ώση. Μια από τις τροποποιήσεις ήταν και στο σύστημα ψεκασμού, η βασική αιτία του αεροπορικού συμβάντος που αναφέραμε ανωτέρω.

Η υπόθεση έμεινε γνωστή ως “το χέρι του Θεού”, καθώς αποδόθηκε σε θαύμα η διατήρηση του αεροσκάφους στον αέρα και η μη συντριβή του. Για την κατασκευάστρια εταιρεία μάλιστα, την Boeing, το αεροσκάφος θεωρήθηκε επίσημα πως συνετρίβη, καθώς σε κάθε δοκιμή σε προσομοιωτή, η πτήση κατέληγε σε συντριβή.»

         « Τι έκανες μόλις προσγειωθήκατε στο Ελληνικό;» την ρώτησα.

         « Έτρεμα. Τότε μόλις κατάλαβα πως ίσως να μην είχα ξαναδεί τα παιδιά μου. Η Ολυμπιακή μας πρότεινε δυο λύσεις σε εμάς, τους επιβάτες: να γυρίσουμε σπίτια μας και να ξεκουραστούμε και να φύγουμε με την αυριανή πτήση για Νέα Υόρκη η΄ να πετάξουμε σε τρεις ώρες, με άλλη πτήση. Διάλεξα την πτήση που έφευγε σε τρεις ώρες».

         Ήθελε να δει τον άντρα της, τα είπαμε.

*Αφιερωμένο στους 418 επιβάτες και πλήρωμα που είχε η πτήση 411. Φυσικά, κυρίως στη φιλενάδα μου.

** Δες εδώ και εδώ.

Posted in Άρθρα φίλων, Εμπειρίες | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Ένας οδηγός ταξί της Νέας Υόρκης.

Ένας οδηγός ταξί της Νέας Υόρκης έγραψε:

Έφτασα στη διεύθυνση και χτύπησα την κόρνα του αυτοκίνητου. Μετά από λίγα λεπτά, κόρναρα ξανά. Δεδομένου ότι αυτή θα ήταν η τελευταία βόλτα της βάρδιας  μου σκέφτηκα να σηκωθώ  να φύγω και να πάω σπίτι μια ώρα αρχύτερα, αλλά αντ ‘αυτού, άφησα το αμάξι στο παρκινγκ λίγο πιο κάτω και πήγα και χτύπησα την πόρτα. «Σε ένα λεπτό », απάντησε μια εύθραυστη, ηλικιωμένη φωνή. Μπορούσα να ακούσω κάτι να σέρνεται στο πάτωμα.

Μετά από μια μακρά παύση, η πόρτα άνοιξε. Μια μικρή γυναίκα στα 90 της ήταν μπροστά μου. Φορούσε ένα εμπριμέ φόρεμα  και ένα καπέλο με  ένα πέπλο καρφωμένο πάνω του, σαν να είχε βγει από μια ταινία της δεκαετίας του 1940.

Στο πλευρό της ήταν μια μικρή, νάιλον βαλίτσα. Το διαμέρισμα πίσω της, φαινόταν σαν να μην είχε ζήσει κανείς εδώ και χρόνια. Όλα τα έπιπλα ήταν καλυμμένα με σεντόνια.

Δεν υπήρχαν ρολόγια στους τοίχους, ούτε κανάτες ή σκεύη στους πάγκους της κουζίνας. Στη γωνία ήταν ένα έπιπλο γεμάτο με φωτογραφίες και γυαλικά.

«Θα μπορούσατε να κουβαλήσετε την τσάντα μου στο αυτοκίνητο;» είπε. Πήρα τη βαλίτσα στο αμάξι και στη συνέχεια επέστρεψα για να βοηθήσω τη γυναίκα.

Πήρε το χέρι μου και περπατήσαμε σιγά-σιγά προς το αυτοκίνητο.

Συνέχισε να με ευχαριστεί για την καλοσύνη μου. «Δεν είναι τίποτα», της είπα .. «Προσπαθώ απλώς να μεταχειριστώ τους επιβάτες μου με τον τρόπο που θα ήθελα να φέρονται  και οι άλλοι, στη μητέρα μου».

«Ω, είσαι τόσο καλό αγόρι», είπε. Όταν φτάσαμε στο ταξί , μου έδωσε μια διεύθυνση και στη συνέχεια ρώτησε: «Θα μπορούσατε να με πάτε εκεί αλλά μέσω του κέντρου  της πόλης;»

«Δεν είναι ο συντομότερος τρόπος», απάντησα γρήγορα.

«Ω, δεν με πειράζει», είπε. «Δεν βιαζόμουν. Πηγαίνω σε ένα νοσοκομείο.

Κοίταξα στον καθρέφτη. Τα μάτια της αρχίσαν να υγραίνονται . «Δεν έχω καμία οικογένεια», συνέχισε με μια μαλακή φωνή .. «Ο γιατρός λέει ότι δεν έχω πολύ καιρό.» Έσκυψα σιωπηλά και έκλεισα το μετρητή.

«Ποια διαδρομή θα θέλατε να πάρω;», ρώτησα.

Για τις επόμενες δύο ώρες, περάσαμε από την πόλη. Μου έδειξε το κτίριο όπου είχε κάποτε εργαστεί ως χειριστής ανελκυστήρα.

Περάσαμε από τη γειτονιά όπου ζούσαν εκείνη και ο σύζυγός της, όταν ήταν νεόνυμφοι. Με έβαλε να σταματήσω  μπροστά από μια αποθήκη επίπλων που κάποτε ήταν μια αίθουσα χορού όπου πήγαινε για χορό όταν ήταν κορίτσι.

Μερικές φορές, μου ζητούσε να σταματήσω μπροστά από ένα συγκεκριμένο κτίριο ή γωνία και καθόμασταν στο σκοτάδι, κοιτάζοντας το, μη λέγοντας τίποτα.

Μόλις βγήκε η πρώτη αχτίδα του ήλιου στον ορίζοντα, μου είπε ξαφνικά: «Είμαι κουρασμένη. Ας πάμε τώρα».

Κάναμε σιωπηλά τη διαδρομή για  τη διεύθυνση που μου έδωσε. Ήταν ένα χαμηλό κτίριο, όπως ένας μικρός οίκος ευγηρίας, με ένα δρόμο που περνούσε κάτω από μια στοά.

Μόλις σταματήσαμε μπροστά στην είσοδο, δυο μεσήλικες ήρθαν προς εμάς. Ήταν επιφυλακτικοί μα προσηλωμένοι στο να παρακολουθούν την κάθε κίνησή της.
Πρέπει να είχαν ειδοποιηθεί και την περίμεναν.

Άνοιξα το πορτ παγκάζ ,πήρα τη μικρή βαλίτσα και την πήγα στην πόρτα. Η γυναίκα ήταν ήδη καθισμένη στην αναπηρική καρέκλα.

«Πόσα σου χρωστάω;», ρώτησε ψάχνοντας το πορτοφόλι της.

«Τίποτα», είπα.

«Πρέπει να ζεις», απάντησε.

«Υπάρχουν και άλλοι επιβάτες», απάντησα.

Σχεδόν χωρίς σκέψη, έσκυψα και της έκανα μια αγκαλιά. Με κράτησε σφιχτά και μου ψιθύρισε:

«Δώσατε σε μια γριά, μια μικρή στιγμή χαράς», είπε. «Σας Ευχαριστώ».

Έσφιξα το χέρι της και στη συνέχεια μπήκα στο αμάξι μου. Πλέον είχε χαράξει και στο βάθος φαινόταν  το χαλαρό, πρωινό φως. Πίσω από μένα, μια πόρτα έκλεινε. Ήταν ο ήχος του κλεισίματος μιας ζωής ..

Δεν πήρα άλλους επιβάτες σε εκείνη τη βάρδια. Για την υπόλοιπη μέρα, οδηγούσα άσκοπα χαμένος στις σκέψεις μου. Για την υπόλοιπη ημέρα, θα μπορούσα καν να μιλήσω. Τι θα ειχε συμβεί σε αυτή τη γυναίκα αν είχε πάρει έναν θυμωμένο οδηγό ή ένα οδηγό που βιαζόταν να τελειώσει τη βάρδια του; Τι θα είχε συμβεί αν είχα αρνηθεί να κάνω αυτή τη διαδρομή ή αν είχα χτυπήσει μόνο μια φορά την κόρνα και μετά είχα απομακρυνθεί και δεν είχα επιμείνει;

Σε μια γρήγορη ανασκόπηση, δεν νομίζω ότι έχω κάνει κάτι πιο σημαντικό  σε όλη μου τη ζωή από αυτό που έκανα με τη γριά κυριά.

Είμαστε συνηθισμένοι να πιστεύουμε ότι οι ζωές μας περιστρέφονται γύρω από μεγάλες στιγμές.

via

Posted in Άρθρα φίλων, Σχέσεις, Ψυχολογία | Σχολιάστε

Άσκηση γραψίματος : Παιδική ανάμνηση.

 

         Παρακολουθώ εδώ και λίγες εβδομάδες, ένα μάθημα εδώ. Μεταξύ άλλων, μια άσκηση του μαθήματος ήταν να γράψουμε μια παιδική μας ανάμνηση. Επειδή μου άρεσε και επειδή είμαι τεμπέλα και έχω καιρό να γράψω ποστ, τη μοιράζομαι μαζί σου μοναδικέ μου αναγνώστη :

        «Τα καλοκαίρια της παιδικής  μου  ηλικίας και μέχρι να πάω στο Γυμνάσιο, τα περνούσα με τα ξαδέρφια μου στο εξοχικό σπίτι της γιαγιάς. Ήταν στον Άγιο Στέφανο Αττικής και είχε χτιστεί στο οικόπεδο που της παραχωρήθηκε σαν προσφυγική βοήθεια.  Ήταν εξοχή τότε ο Άγιος  Στέφανος, τον λέγαμε Μπογιάτι  και πολύ ωραιότερος από τα σημερινά του χάλια. Το σπίτι ήταν μια υπερυψωμένη μονοκατοικία με 4 δωμάτια που έκαναν εναλλάξ όλες τις χρήσεις ενός σπιτιού. Το σύνθημα ήταν τρως όπου χωράς και βρεις χώρο και το παρασύνθημα ήταν κοιμόμαστε στρωματσάδα και ο ένας πάνω στον άλλον. Τα παιχνίδια μας ήταν  ευφάνταστα και διαφορετικά, είχαν περιπέτεια και δράση, τρέξιμο στα βουνά και μέσα στη λάσπη. Και ήσουν τόσο ευτυχισμένος με όλα αυτά!

         Εκείνη τη μέρα, η βαρεμάρα μας είχε χτυπήσει κόκκινο. Ήμασταν μόνο τέσσερις  και  είχαμε παίξει τα πάντα . Και ήταν μόνο 12 το μεσημέρι. Η λύση που πάντα μας έσωνε «πάμε μέχρι την πλατεία για παγωτό;» είχε χρησιμοποιηθεί ήδη και με περηφάνια είχαμε φτάσει στα 5  ξυλάκια έκαστος  για εκείνη τη μέρα. Και τότε ο ξάδελφος μου είπε : «θέλετε να κάνουμε κάτι για την ανθρωπότητα;». Ακούγοντας αυτή την ατάκα από το στόμα ενός οριακά 9χρονου, αν είσαι σώφρον άνθρωπος, σε κόβει κρύος ιδρώτας γιατί δεν ξέρεις τι θα συμβεί στην ανθρωπότητα  αν απαντήσεις ναι ενώ αν έχεις τα μυαλά αυτού του 9χρονου, λες ναι χωρίς να σκεφτείς τίποτα. Αυτό και έγινε.  

        Η ιδέα ήταν όντως καθαρή προσφορά στην ανθρωπότητα : πήραμε ένα κουτί, βάλαμε μέσα συμβολικά παιχνίδια της εποχής μας και της παρέας μας (ένα playmobil, ένα Lego, ένα αμάξι μινιατούρα, πιόνια και ζάρι από έναν γκρινιάρη, παπούτσια μιας bibibo, τσίχλες babilicious και ένα χαρτί με τις υπογραφές μας) και παρέα με ένα φτυάρι, ξεκινήσαμε για να βρούμε το μέρος ταφής του. Ο σκοπός ήταν να θάψουμε το κουτί και μετά από χιλιάδες χρόνια, κάποιος που θα το ανακαλύψει, θα έχει πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια του αιώνα μας. Δεν πήγαμε πολύ μακριά γιατί στο πρώτο δέντρο με σκιά που συναντήσαμε, ξεκινήσαμε σκάψιμο. Μετά από σχεδόν  μια ωρίτσα, το κουτί ήταν στο χώμα και στην ανθρωπότητα και εμείς γυρίζαμε κατάκοποι και πεινασμένοι σπίτι.

      Στο μεσημεριανό τραπέζι, ο ενθουσιασμός ήταν έκδηλος και ασυγκράτητος. Μιλούσαμε ασταμάτητα ( και τρώγαμε ασταμάτητα παράλληλα ) για τον πανικό που θα πιάσει μα και τη συγκίνηση, τους συνανθρώπους μας, όταν μετά από χιλιάδες χρόνια έρθουν σε αυτή την ερημιά  (που να ξέραμε τι θα απογίνει η περιοχή στις επόμενες δεκαετίες) και ανακαλύψουν αυτόν το θησαυρό. Πόσα αναπάντητα ερωτήματα θα απαντηθούν, πόσες πληροφορίες για τον πολιτισμό μας, πόσοι γρίφοι θα λυθουν. Τέρμα, ήταν ξεκάθαρο, το είχαμε αποφασίσει :αν μπορούσαμε να βγούμε να ανακοινώσουμε το θεάρεστο  έργο που επιτελούσαμε, λογικά θα μας ανακήρυτταν και τους τέσσερις, σωτήρες της ανθρωπότητας.

      Μετά τη μεσημεριανή σιέστα (όχι δεν κοιμόμασταν παρά τις απειλές της γιαγιάς πως θα γίνει ιμάμης φτάνει να κοιμηθούμε μεσημέρι), ο ξάδερφος  γυρνάει σπίτι,  μέσα στις  λάσπες  κρατώντας  ΤΟ κουτί.

«Που πήγες;»

«Δεν άντεχα να περιμένουμε χιλιάδες χρόνια για να το ανακαλύψουν. Με έτρωγε η αγωνία».

      Και έτσι τερματίστηκε άδοξα, η όποια προσφορά μου στην ανθρωπότητα.

      Επιφυλάσσομαι για το μέλλον.»

 

*Ακούς αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , | 2 Σχόλια

Παρουσίαση παιδικού βιβλίου : Δώρο Γενεθλίων.

 

 

 

IANOS | ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ | ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ

ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

 

Το Σάββατο 12 Μαΐου στις 12:00 οι εκδόσεις Ψυχογιός και ο Παιδικός ΙΑΝΟS παρουσιάζουν το βιβλίο «Δώρο γενεθλίων» του Μάκη Τσίτα, σε εικονογράφηση Νίκου Γιαννόπουλου.

 

Οι ηθοποιοί Ελένη Κουρνέτα και Γιάννης Μπακογιώργος θα ζωντανέψουν τους δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου, και με τη βοήθεια όλων των παιδιών που θα είναι εκεί θα μας αφηγηθούν την ιστορία.

 

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στον ΙΑΝΟ (Σταδίου 24) και η είσοδος θα είναι ελεύθερη.

Για παιδιά από 5 ετών και άνω

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Έξι μήνες η Τασία και ο αδερφός της ταΐζουν το γουρουνάκι-κουμπαρά με το χαρτζιλίκι τους για να αγοράσουν μαζί ένα σούπερ δώρο στον μπαμπά τους τη μέρα των γενεθλίων του. Όμως, όταν φτάνει η στιγμή, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα σχεδίαζαν: Πού πήγαν τα χρήματα; Μόνο μια ανθοδέσμη θα είναι το δώρο τους; Θα μπορέσουν τα δυο αδέρφια να μείνουν ενωμένα όταν όλα πάνε στραβά; Μια έξυπνη ιστορία για τη δύναμη της συγγνώμης στα χείλη των παιδιών.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Πήρε πτυχίο δημοσιογραφίας και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς στη Θεσσαλονίκη. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού Περίπλους (1994-2005) και συνεκδότης και διευθυντής του περιοδικού για το βιβλίο Index (2006-2011). Από το 2012 διευθύνει το ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr.
Είναι μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων.

Έργα του σκηνοθέτησαν η Έρση Βασιλικιώτη («Θέατρο των Καιρών»), η Σοφία Καραγιάννη (Θέατρο «Vault»), η Taru Makela (Christine and Goran Schildt Foundation, Φιλανδία), ο Alexandru Mazgareanu (Θέατρο «Nottara», Ρουμανία).

Στίχους του μελοποίησαν ο Γιώργος Σταυριανός, ο Τάκης Σούκας, και η Τατιάνα Ζωγράφου.
Έχει εκδώσει δεκαοχτώ βιβλία για παιδιά και τρία για ενήλικες.

Για το μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (European Union Prize for Literature) και τιμήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πέλλας, τον Δήμο Έδεσσας, τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας και την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
Το Μάρτυς μου ο Θεός κυκλοφορεί ήδη σε 7 ευρωπαϊκές γλώσσες και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε άλλες 5.

 

Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν τα βιβλία του ΔΕ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΤΟ ΓΑΛΑ!, ΠΟΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΣΟΥΠΑ; ΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ (σε συνεργασία με την Μπίλλι Ρόζεν), ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΜΕΤΡΑΣ ΠΡΟΒΑΤΑΚΙΑ; ΠΑΡΕ ΜΕ ΚΙ ΕΜΕΝΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ! ΜΗΝ ΤΑΛΑΙΠΩΡΕΙΣ ΤΟΝ ΑÏ-ΒΑΣΙΛΗ, ΑΧ, ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ, ΑΠ’ ΕΞΩ ΚΙ ΑΝΑΚΑΤΩΤΑ, Ο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΚΩΣΤΑΣ, Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΟΥ ΑΔΕΡΦΟΣ, ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΔΙΑΣΗΜΗ, ΔΩΡΟ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ.

 

Link Εκδήλωσης:

 

Link Φωτογραφικού υλικού:

Posted in Άρθρα φίλων, Προτάσεις / DIY | Σχολιάστε

Το μουσικό ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ.

 

 

IANOS |ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ | musicArte

ΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ!

 

Το Σάββατο 12 Μαΐου στις 11:00 με επιτυχία ολοκληρώνεται και φέτος η σειρά εκπαιδευτικών μουσικών συναντήσεων με τη musicArte. Η σεζόν κλείνει λοιπόν με μία μεγάλη μουσική συνάντηση με θέμα «Το μουσικό ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ!». Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο ΙΑΝΟS CAFÉ (Σταδίου 24) και η είσοδος είναι ελεύθερη.

 

Για παιδιά του Δημοτικού

Πληροφορίες κα Κατερίνα Παπαδάκου, 2118001160 και στο 6987300329

 

Σας περιμένουμε όλους!

 

Λίγα λόγια για το πρόγραμμα

Κάθε παιδί από τη στιγμή που γεννιέται  μέσα στο στενό οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον βιώνει πολλές εμπειρίες σχετικές με τη μουσική. Η μουσική είναι επικοινωνιακή συνθήκη και επίσης η πιο ελεύθερη και αδέσμευτη μορφή τέχνης.

Με σεβασμό για τα παιδιά δημιουργήσαμε το μουσικό -εκπαιδευτικό πρόγραμμα  «Η μουσική της καρδιάς μας» επιχειρώντας να  τα βοηθήσουμε να αναγνωρίσουν την υπέροχη δύναμη της μουσικής να δημιουργεί συναισθήματα και συγκινήσεις  και να επηρεάζει τις διαθέσεις.

Μέσα από ακροάσεις ,παιχνίδια, γρίφους, μουσικούς χάρτες, βιντεοπροβολές, παρουσιάσεις εικόνων και αντλώντας έμπνευση από ένα  διαφορετικό συνθέτη κάθε φορά »ταξιδεύουμε» στη μουσική του με πυξίδα την αγάπη για τα παιδιά και προορισμό τη χαρά και τη ζεστασιά που μας  χαρίζει.

 

Ποιά είναι λοιπόν  «Η μουσική της καρδιάς μας»;

 

 

 

Η μουσική που αγαπάμε, που τραγουδάμε, που χορεύουμε, που παίζουμε. Με τη μουσική που αγαπάμε προσπαθούμε να αμβλύνουμε την οξύτητα, το θυμό, την αδικία…Να βγει στο φως το σμιλεμένο, το όμορφο, το υπέροχο!

 

Αυτό το μήνα

12/5/2018 στις 11:00 «Το μουσικό ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ!»

Οι μαγικές νότες των συνθετών που ακούσαμε τη χρονιά που πέρασε , συνεχίζουν να ακούγονται! Ο Dmitri Shostakovich, ο  Gioachino Rossini, ο Pyotr Ilyich Tchaikovsky, ο Μodest Mussorgsky και ο Maurice Ravel, ο Edvard Grieg, ο Bedrich Smetana μας γνέφουν απαλά και μας προτρέπουν να τους γνωρίσουμε κι άλλο.

 

Αυτό «Το μουσικό ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ!»

« Η μουσική της καρδιάς μας» θα ηχεί πάντα…

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία με 20% έκπτωση:

ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, ΠΑΤΑΚΗΣ

ΦΙΛΟΙ ΣΤΟΝ ΛΟΦΟ, ΙΚΑΡΟΣ

ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ, ΜΙΝΩΑΣ

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΑΚΙ, ΔΙΑΠΛΑΣΗ

ΤΟ ΓΑΪΤΑΝΑΚΙ,  ΠΑΤΑΚΗΣ

 

Λίγα λόγια για την MusicArte

Ιδρύθηκε το 2010 από την Κατερίνα Παπαδάκου, Αλεξία Χατζηλυκούδη και Έφη Ρηγάτου. Η ομάδα musicArte, προσεγγίζει τη μουσική μέ δραστηριότητες ενεργητικής ακρόασης, μουσικής εκτέλεσης και αυτοσχεδιασμoύ. Μέσα από την συναναστροφή και την δημιουργική συνεργασία με τα παιδιά, έφτασε σήμερα να αποτελεί μια ομάδα που έχει ένα δομημένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με ακολουθία ενεργειών και δράσεων που έχει σκοπό τη μουσική, πολιτιστική, συναισθηματική και κοινωνική καλλιέργεια και διαπαιδαγώγηση των παιδιών.  Η musicArte

 

σχεδιάζει και υλοποιεί εκπαιδευτικά μουσικά προγράμματα για παιδιά και εφήβους. Η διαδικασία που ακολουθείται δεν επισπεύδεται, ούτε επιβάλλεται…. είναι δυναμική. Χτίζεται και ολοκληρώνεται κάθε στιγμή.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΑΚΟΥ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο, ανώτερα θεωρητικά της μουσικής και θέατρο. Διδάσκει πιάνο ,θεωρία της μουσικής,ανώτερα θεωρητικά .Σχεδιάζει και επιμελείται μουσικά εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά. Εχει διδάξει πιάνο,θεωρία και ανώτερα θεωρητικά σε ωδεία,μουσικές σχολές, στο Μουσικό Γυμνάσιο – Λύκειο της Παλλήνης και είναι καλλιτεχνική διευθύντρια σε ωδεία και μουσικές σχολές.  Παράλληλα με τη παιδαγωγική της δραστηριότητα δημοσιεύει άρθρα που αφορούν τρόπους προσέγγισης της κλασικής μουσικής και τα οφέλη αυτής της προσέγγισης. Το 2010 ίδρυσε την ομάδα musicArte, της οποίας είναι επικεφαλής. Με βαθιά πεποίθηση οτι ο δρόμος για την εκπαίδευση των παιδιών περνάει μέσα από την εκπαίδευση των γονέων, από το 2011 οργανώνει και συντονίζει συζητήσεις με γονείς που αφορούν στο ρόλο της μουσικής στη ζωή των παιδιών.

 

ΕΦΗ ΡΗΓΑΤΟΥ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι διπλωματούχος πιανίστα και πτυχιούχος ανώτερων θεωρητικών της μουσικής (αρμονία – αντίστιξη). Εχει βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς πιάνου και έχει συμμετάσχει σε μουσικοπαιδαγωγικά σεμινάρια πιάνου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων, διδάσκει πιάνο και ανώτερα θεωρητικά και ειναι ιδρυτικό μέλος της musicArte.

 

ΑΛΕΞΙΑ ΧΑΤΖΗΛΥΚΟΥΔΗ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι διπλωματούχος πιανίστα και πτυχιούχος ανώτερων θεωρητικών της μουσικής (αρμονία – αντίστιξη -φούγκα) και σύγχρονου τραγουδιού. Εχει βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς πιάνου και έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ και σε σεμινάρια μουσικολογίας , τεχνικής και παιδαγωγικής του πιάνου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διδάσκει

 

πιάνο, ανώτερα θεωρητικά της μουσικής και σύγχρονο τραγούδι. Είναι ιδρυτικό μέλος της musicArte.

 

ΘΕΟΔΩΡΑ ΖΗΚΟΥ

Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Πάτρα. Είναι διπλωματούχος πιανίστα.(Tάξη:Κατερίνας Παπαδάκου)  Σπούδασε επίσης Ανώτερα Θεωρητικά με τον Σπύρο Κλάψη και κλασικό τραγούδι με την Δέσποινα Καλαφάτη. Τελειοποίησε τις σπουδές της στο κλασικό τραγούδι στην Κολωνία με τους Prof. Brigitte Lindner, Prof. Barbara Schlick και τον Prof. Matthias Wierig. Είναι επίσης πτυχιούχος του τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Ε.Κ.Π.Α. Από το 2008-2014 εργάστηκε στα Αρσάκεια Σχολεία Πατρών όπου δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της διδασκαλίας και της μουσικής. Ως μέλος του Opera Studio Πατρών υπό την διεύθυνση του Χαράλαμπου Γωγιού έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες συναυλίες ενώ έχει συνεργαστεί με τη Δραματική Σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών υπό τη διεύθυνση του Θοδωρή Αμπατζή στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Πατρών. Έχει συμπράξει ως σολίστ μεταξύ άλλων με την ορχήστρα “ACADEMICA” Αθηνών, την Ορχήστρα Νυκτών Εχγόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης», με την Ορχήστρα Πατρών κ.α. Είναι μέλος της musicArte από τον Ιούνιο του 2016.

 

Link Εκδήλωσης:

 

 

 

Link Φωτογραφικού υλικού:

 

 

 

Posted in Άρθρα φίλων, Προτάσεις / DIY | Σχολιάστε