Εξαιτίας ενός νυφικού.

   Με ρώτησε « το νυφικό μου δηλαδή, να το πάρω;». Άργησα να απαντήσω… σπάνιο για μένα αυτό, να ξέρεις. Έχω πάντα έτοιμη μια ατάκα, μια εξυπνάδα ( που νομίζω) αλλά που τελικά είναι μπούρδα ολικής,  ένα τσιτάτο που αποδεικνύει πόσο ξερόλας είμαι. Όμως τώρα, αλήθεια, το νυφικό της να το πάρει; Τι παίρνεις μαζί σου όταν φεύγεις για πάντα από την Ελλάδα; Όταν αδειάζεις το σπίτι σου για να πας σε άλλη χώρα; 

     Και όταν γυρίσαμε αργά το βράδυ σπίτι, μετά από αποχαιρετιστήρια ποτά και γέλια, σκεφτόμουν όλα αυτά. Εκεί που ξεβαφόμουν, εκεί που βγαίνουν οι μάσκες και η αλήθεια σου κλείνει το μάτι, σκεφτόμουν τι παίρνεις όταν πας να ζήσεις σε άλλη χώρα. Να πρέπει να αφήσεις το σπίτι σου και να φύγεις σε ένα καινούργιο σπίτι, στο εξωτερικό.  Τι θα άφηνα πίσω αν ήμουν στη θέση της; 

     Θα έπαιρνα εκείνα τα γράμματα που αντάλλασσα με την κολλητή μου; Τις ευχητήριες κάρτες φίλων που έχουν γεμίσει κούτα; Τις χιλιάδες φωτογραφίες από καλοκαίρια  που θέλω να θυμάμαι; Τις σημειώσεις του πανεπιστημίου; Τα ενθύμια από ερωτικά τριήμερα και εκδρομές με Τ.; Τα βαζάκια με άμμο ή κοχύλια από νησιά που άγγιξαν την καρδιά μου; Τις ντάνες από υπερήχους και φωτός εμβρύου; Τα πρώτα παιχνίδια της Λυδίας; Τα ρουχαλάκια της  που έχω κρατήσει ενθύμιο; Το βαζάκι με τα δοντάκια που άλλαξε;

     Και άντε αυτά, πες πως τελικά και μέσα σε κατάσταση παροξυσμού και έντασης, τα τσουβαλιάζεις, πληρώνεις επιπλέον μεταφορικά και τα παίρνεις μαζί σου. Τις αναμνήσεις; Τις φιλίες; Τους έρωτες; Τις αγκαλιές; Αυτά που έχεις ζήσει σε όλη σου τη ζωή, που πάνε όταν φεύγεις; Αυτά που μένουν όταν αλλάζουν τα σκηνικά και ξεκινάς από την αρχή; 

     Τι παίρνεις μαζί σου; Πόσα χωράνε και πόσα αξίζουν τελικά; Και ξαφνικά, εκεί στον καθρέφτη του μπάνιου μου, σχεδόν με δάκρυα, κατάλαβα πως όσα αξίζουν, τα έχω μέσα μου. Τα έχει ζήσει η καρδιά μου, η ματιά μου, η ανάσα μου. Τα έχω αγκαλιάσει, τα έχω αγγίξει, τα έχω φιλήσει. Και μένουν μέσα μου και τα έχω πάντα μαζί μου όποτε θέλω να τα θυμηθώ. Δεν έχουν να κάνουν με υλικά, δεν έχουν να κάνουν με σουβενίρ και ενθύμια. Έχουν να κάνουν με μένα και τι έχω νιώσει. Αυτά έρχονται πάντα μαζί μου.

     Και ακόμη πιο πολύ από αυτό, ότι πραγματικά αξίζει, θα κάθεται δίπλα μου σε εκείνη την πτήση που θα μας πάει στο νέο σπίτι. Θα μου κρατάει το χέρι και θα είναι με την ίδια αγωνία αλλά με τον ίδιο ενθουσιασμό με μένα, με την καινούργια αρχή. Και αυτό, αυτές οι διπλανές θέσεις στην πτήση, θα είναι όλη μου η περιουσία.

 

 

*Αφιερωμένο σε εκείνους που φεύγουν…see you in London babe.

 

** Ακούς αυτό και αυτό και αυτό και  αυτό … επειδή, η φίλη, αγαπάει Άλκηστις .

 

Advertisements
Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , | Σχολιάστε

Μάθημα αυτοβελτίωσης Νο 3.

        Δεν μου αρέσουν οι καυγάδες. Δεν ξέρω καν  να καυγαδίζω σωστά. Λέω ένα μάτσο κακίες, μεγάλες κακίες, σε στιγμή έντονου θυμού και οργής και μετά υποφέρω. Δεν μου αρέσει να υπάρχει ένταση στις σχέσεις. Θέλω να είναι ήρεμες και αν κάτι πάει στραβά, να σταματούν κατόπιν ώριμου διαλόγου. Καταλαβαίνεις πως αυτό δεν έχει εφαρμογή στην πραγματική ζωή, In real time που λένε και οι φίλοι μας οι Αγγλοσάξονες. Στην κανονική ζωή πληγωνόμαστε, τσακωνόμαστε, ενίοτε κάνουμε το παγώνι και δεν λέμε μια και γενικά δεν γίνεται όπως τα έχουμε αποφασίσει η’ ονειρευτεί πως θα γίνουν .

       Τελευταίως, τα τελευταία χρόνια, έχω κάνει συχνά το παγώνι. Το έχω βουλώσει κοινώς, μπροστά σε καταστάσεις που δεν μου αρέσουν καθόλου η’ που με κάνουν να νιώθω από άβολα μέχρι αφόρητα. Έχω σιωπήσει γιατί φοβόμουν. Η’ γιατί   δεν θεωρούσα πως μπορώ , με διάλογο, να βγάλω καμία άκρη. Και είπαμε πως δεν αντέχω τις συγκρούσεις. Άρα σιωπώ. Αντίθετα, σε περιπτώσεις που έπρεπε να σιωπώ γιατί είναι καλύτερο, ευκολότερο, πιο πρέπων να στο πω, έχω ανοίξει μια γλώσσα να, τα έχω πει χύμα και τσουβαλάτα και μετά δεν ήξερα πως να τα  μαζέψω. Γιατί δεν θέλει πάντα ο κόσμος να ακούει την άποψη σου, άσχετα αν στην ζητάει διακαώς.

      Τον τελευταίο μήνα, με αποκορύφωμα τις τελευταίες μέρες, σιωπώ συνειδητά. Δεν θέλω να μιλώ ή καλύτερα δεν θέλω να συνομιλώ. Νομίζω πως έχουν ειπωθεί, γίνει, καταστραφεί όλα οπότε οτιδήποτε και να ειπωθεί είναι ανώφελο ή νιώθω τέτοια απογοήτευση που δεν πιστεύω πως τίποτα μπορεί να αλλάξει ή το χειρότερο, νιώθω τέτοιο θυμό που νομίζω πως ότι βγει από το στόμα μου, δεν θα είναι αυτό που πρέπει να ειπωθεί αυτήν την ώρα. Και σιωπώ.

      Έτσι με βρήκε το καλοκαίρι, έτσι με βρήκαν καινούργια δεδομένα , έτσι με βρήκαν οι αλλαγές  του καλοκαιριού. Εγώ σιωπώ. Συνειδητά. Έτσι με  βρήκαν οι φωτιές στην Αττική, έτσι και οι απώλειες, έτσι και οι οδηγίες του πάσα ένα για το πως πρέπει να νιώσω και το πως να αντιδράσω και το πως να θρηνήσω και το πως να σκεφτώ. Σιωπώ και αφήνω να μιλάνε. Εγώ σιωπώ. Συνειδητά. Τα είπαμε.

     Η σιωπή διαφέρει από το κάνω το παγώνι. Έχει μια αδρεναλίνη και ένα προσωπικό στοίχημα τελείως διαφορετικό. Μετριέσαι με τον εαυτό σου, πόσο μπορώ να κάνω το κορόιδο άραγε και να μην τον/την στείλω στο διάολο; Αντέχω και άλλο; Να απαντήσω λες και να γίνουν όλα σκατά ή να περιμένω μέχρι να ηρεμήσω; Και κάθε μέρα μετριέσαι και κάθε μέρα βγαίνεις λειψή. Η’ σωστή. Η’ στα όρια. Μα κάθε μέρα είναι μια άλλη μέρα. Και εσύ σιωπάς και περιμένεις.

    Μέχρι να θες να τα πεις όλα για να μπορέσεις να ξαναφτιάξεις καταστάσεις  ή να κάνεις πάλι το παγώνι. Γιατί τότε, θα ξέρεις σίγουρα πως δεν αξίζει να μιλήσεις. Έχουν όλα αλλάξει. Όποια μέρα, έρθει πρώτη.

     Μέχρι τότε, τα λέμε. Η’ και όχι.

     Είπαμε, σιωπώ.

 

 

 

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Αγνοούμενα παιδάκια

Posted in . | Σχολιάστε

Μάνος Ελευθερίου.

Πριν χρόνια, εργαζόμουν σε ένα γραφείο στο Νέο Ψυχικό. Ακριβώς δίπλα του, είχε ένα ψιλικατζίδικο που είχε γίνει the place to be για όλους μας. Τσιγάρα, ζελεδάκια, αναψυκτικά, παγωτά, ζαχαρωτά ήταν οι λόγοι που το επισκεπτόμασταν συχνά πυκνά ( και οι λόγοι που ακόμη έχω εκείνα τα έξτρα κιλά αλλά μην ξεφεύγω από το θέμα).

Στο ψιλικατζίδικο συναντούσα συχνά, ένα μεγάλο κύριο με γυαλιά και κασκέτο αλλά ποτέ δεν είχα κοιτάξει πραγματικά το πρόσωπο του. Όπως ποτέ, δυστυχώς, δεν παρατηρούμε, παρακολουθούμε, προσέχουμε τα πρόσωπα των μεγάλων ανθρώπων που συναντάμε στο δρόμο μας. Εκείνος ερχόταν, ψώνιζε και έφευγε σιωπηλός.

Εκτός από εκείνη τη μέρα που ο μεγάλος κύριος ήταν μπροστά μου στο ταμείο και υποχρεωτικά περίμενα τη σειρά μου για να εξυπηρετηθώ και άρα παρατηρούσα. Ο σύντομος μα τόσο γλυκός διάλογος ήταν ο εξής:

Ψιλικατζού: Κύριε Μάνο μας, εφημερίδα θέλετε;

Μ.Ε. : Μπα όχι, να εδώ, έχω σκαρφιστεί κάτι στιχάκια. Όχι τίποτα σπουδαίο. Ποιηματάκια. Και ήθελα να μου βγάλετε δυο φωτοτυπίες. Αν μπορείτε.

Και ξαφνικά, γέμισε το μυαλό μου μελωδίες.

*Ακους αυτό. Και αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , | Σχολιάστε

Το τρίκυκλο.

Τους πέτυχα στην διπλανή μας αντλία βενζίνης , στο πρατήριο της γειτονιάς μας. Ετοιμαζόμασταν για την καλοκαιρινή μας έξοδο στο εξοχικό, ένα αμάξι φουλαρισμένο αποσκευές. Ξεχείλιζαν πράγματα από παντού, ένα αμάξι που κουβαλούσε τα καλοκαιρινά όνειρα μιας τριμελής οικογένειας (οκ και το σκυλί ρε διάολε!). Τσάντες , τσαντούλες, σακ βουαγιάζ, καρέκλες, κανό, φουσκωτά στρώματα. Και εμείς ανάμεσα τους, στριμωγμένοι, είχαμε μπει στο αμάξι και ξεκινούσαμε το όνειρο μας.

Και εκείνοι, βρέθηκαν δίπλα μας σε ένα βενζινάδικο. Ένα ρημαδιασμένο, σαραβαλιασμένο τρίκυκλο, αυτό που με το ζόρι χωράει στη θέση του οδηγού, ενάμισος άνθρωπος. Το μπροστινό μέρος, το κουβούκλιο του οδηγού είναι  υπό κατάρρευση. Καθαρό και περιποιημένο αλλά τόσο παλιό που με το ζόρι και κυρίως με τη φροντίδα του ιδιοκτήτη, αντέχει στο πέρασμα του χρόνου. Μέσα είναι ένα ζευγάρι γύρω στα 60 τους. Εκείνος πιο μεγάλος, με ένα παχύ παχύ μουστάκι σαν του Νίκου Φέρμα και ανάλογο μάγκικο παρουσιαστικό. Έχει μια πίπα τσιγάρου (χωρίς τσιγάρο) κρεμασμένη στα χείλη και τώρα είμαι, να τον παρομοιάσω, μεταξύ του χαρακτήρα του Λούκι Λουκ και του τσιριμπίμ τσιριμπόμ από την ελληνική ταινία. Εκείνη δίπλα ξανθιά, με μαλλιά βαμμένα πριν πολλούς μήνες και άρα πλέον δίχρωμα, πιασμένα κότσο με κλάμερ και ένα ζευγάρι, φθηνά γυαλιά, σαν στέκα στο κεφάλι.

Είναι και οι δυο κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι, είναι 5 το απόγευμα Σαββάτου και βάζω στοίχημα πως πριν λίγη ώρα τέλειωσαν το μεροκάματο, μα είναι πεντακάθαροι και φρεσκολουσμένοι. Νιώθω από τη στάση του σώματος τους, πως είναι και αγκαλιασμένοι μα δεν μπορώ να δω όλο το σώμα τους από εδώ που βρίσκομαι. Εκείνος κάνει μάταιες προσπάθειες να ανοίξει τη σφηνωμένη πόρτα του οδηγού για να βγει από το τρίκυκλο. Πρέπει να βάλει βενζίνη. Σπρώχνει από μέσα με μανία, σπρώχνει και ξανά σπρώχνει με δύναμη μα το πιπάκι στα χείλη είναι σφηνωμένο και δεν πάει πουθενά. Τελικά ανοίγει η πόρτα αλλά από την πολλή τη φόρα, κοντεύει να πέσει πάνω στις αντλίες. Αυτή πετιέται ανήσυχη μην τυχόν και χτύπησε το αγόρι που αγαπά. Αυτός τελικά ορθοποδεί, παίρνει ξανά εκείνο το μοιραίο, μάγκικο ύφος που χάθηκε προς στιγμή λόγω τούμπας και κάνει το γύρο να ανοίξει την πόρτα στο κορίτσι του. Μετά από πολλές προσπάθειες , ανοίγει το παράθυρο που ανοίγει προς τα   μπροστά μόνο αλλά δεν χωράει το χέρι του, σπρώχνει και τραβάει την πόρτα , κάποιες φορές με αντίσταση του ποδιού του και προφανώς κάνει λακούβες, βλέπει πως είναι μάταιο και της δίνει πεταχτό φιλί από το μισάνοιχτο παράθυρο πάρα να συνεχίσει να προσπαθεί να την κάνει να βγει από το τρίκυκλο. Μετά της ζητάει κάτι από το πάτωμα του οχήματος. Είναι ένα χωνί, μπλε. Το βάζει στην τρύπα   που είναι για να βάζεις βενζίνη (γμτ είναι από την άλλη πλευρά και χάνω τα μισά). Βάζει βενζίνη, της ξαναδίνει πεταχτό φιλί (σκέφτομαι, επιπόλαια, πως αυτή πλήρωσε τη βενζίνη εξού και τα  φιλιά, νιώθω ήδη ρηχή και πεζή ως το πάτωμα ), της δίνει το χωνί. Μπαίνει στο τρίκυκλο και βάζει μπρος. Η’ έστω προσπαθεί αρκετές φορές. Εκείνη τον κοιτάει χαμογελαστή και με ύφος «κάνε κουράγιο λατρεμένε μου, θα πάρει μπρος κάποια στιγμή». Δεν παίρνει. Ξανακάνει τον ίδιο κόπο να ξαναβγεί από τη θέση οδηγού, φωνάζει τον υπάλληλο του βενζινάδικου, σπρώχνουν και οι δυο και επιτέλους το όχημα, παίρνει μπροστά.

Καθώς απομακρύνονται, βλέπω στην καρότσα μια πουά κόκκινη ομπρέλα θαλάσσης, μια μουσαμαδένια πορτοκαλί τσάντα θαλάσσης και ένα καρπούζι, κρεμασμένο σε σακούλα σούπερ μάρκετ, στο κάγκελα της καρότσας. Τους φαντάστηκα μετά από ώρες ταξιδιού (πόσο γρήγορα μπορεί να πηγαίνει τούτο το τρίκυκλο;), να φτάνουν στη θάλασσα, να κάνουν βουτιά αγκαλιά, να ανταλλάσσουν φιλιά και η κυρία να ταΐζει καρπούζι, το αγόρι της, στο στόμα. Να μένουν μέχρι το βράδυ και να γυρνάνε με τα χαλασμένα φώτα του τρίκυκλου τους και με κίνδυνο της ζωής τους μα τόσο χαρούμενοι και γεμάτοι. Να μένουν με τα αλάτια και να τρώνε όσο καρπούζι περίσσεψε. Η’ να κάνουν μπάνιο, να βάζουν καθαρές πιτζάμες και να βλέπουν παρέα, ότι βάζει σαββατόβραδο η ελληνική τηλεόραση. Και να πίνουν ούζο με μεζέ που έφτιαξε η κυρά. Και να γελάνε για τη σημερινή τους μέρα. Και να της υπόσχεται πως κάποια στιγμή, θα την πηγαίνει για μπάνιο με κανονικό αμάξι. Και εκείνη να του λέει πως δεν την νοιάζει, της φτάνει που είναι μαζί. Και να το εννοεί. Τους φαντάστηκα πως σήμερα ήταν η πιο ωραία τους, καλοκαιρινή μέρα.

Και το χάρηκα πολύ. Και το ζήλεψα ακόμη πιο πολύ . Και επιτέλους μου μύρισε καλοκαίρι.

Άντε καλή αρχή σε όλους μας.

*Ακούς αυτό και αυτό…γιατί τα είχα υπόκρουση στο μυαλό μου,  όσο τους χάζευα στο βενζινάδικο.

Posted in Εμπειρίες, Σχέσεις | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Ο δαίμονας μέσα σου .

         Έχεις ποτέ φανταστεί πως το πλάσμα που κοιμάται στην παιδική κούνια, στο διπλανό δωμάτιο, θα γίνει ένας ταραξίας; Παραβατικός;  Σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό πως αυτό το πλάσμα που μεγαλώνεις με τόση αγάπη και φροντίδα, μια μέρα ίσως το απαρνηθείς γιατί απλά δεν αντέχεις άλλο, να καλύπτεις τα λάθη του; Γιατί δεν έχεις δύναμη να πονάς πια; Έχεις φανταστεί ποτέ πως αυτό το αγγελούδι που έκανες μπάνιο πριν λίγο, θα μεγαλώσει και θα γίνει ένας δαίμονας; Θα σπέρνει προβλήματα και βάσανα; Θα καταστρέψει τη ζωή του; Όχι ε; Ούτε και εγώ… όμως έχω συναντήσει πολλούς τέτοιους  στη ζωή μου. Και εσύ; Ε ναι.

          Και μπορεί να μην αντέχεις ούτε καν να το φανταστείς για το παιδί σου, να μην θες ούτε στους χειρότερους εφιάλτες σου να ζήσεις αυτό το σενάριο όμως είναι σίγουρο  πως όλοι οι αντίστοιχοι τύποι που βρεθήκαν στο διάβα σου, είναι παιδιά μιας μάνας και ενός πατέρα. Τους νανούρισαν, τους αγάπησαν, τους σπούδασαν , τους φρόντισαν και έγινα όλα όπως ορίζονται. Και ήταν τα αγγελούδια μιας μάνας και τα καμάρια ενός πατέρα. Και οι δαίμονες οι δικοί σου. Και πολλών άλλων δυστυχώς. Και εσύ πίστευες πως βλέπεις τον άγγελο. Α ναι, γιατί δεν στο πα, υπάρχουν φορές που βλέπεις τον άγγελο. Ναι , ναι,  είναι σίγουρο. Όταν μιλάς μαζί τους, όταν γελάς μαζί τους, όταν σε κοιτούν στα μάτια, όταν σου δείχνουν πόσο σε αγαπούν και σε φροντίζουν, εσύ πιστεύεις στον άγγελο. Λες για άλλη μια φορά πως ο δαίμονας δεν υπάρχει, ήταν πριν μα τώρα δεν είναι πια μαζί μας. Όμως ο άγγελος δεν υπάρχει, υπήρχε κάποτε μα τώρα έχει φύγει, δεν μένει πια εδώ.

         Και είναι συχνά ο συμφοιτητής σου, το φλερτ σε ένα  πάρτι , ο συνάδελφος, ο αδελφός σου, ο κολλητός σου, ο συνέταιρος σου,  ο αγαπημένος σου. Που προκαλούν τα έντονα συναισθήματα μα και τα τεράστια βάσανα, πάνε πακέτο συχνά πυκνά τούτα τα δυό,  που καμώνονται  πως στρώνουν το δρόμο σου με ροδοπέταλα μα το μόνο που μένει είναι τα αγκάθια. Που τρέχεις μόνιμα να καλύψεις τα λάθη τους και που πάντα πιστεύεις  πως είναι το τελευταίο… μέχρι το επόμενο. Μέχρι τα λάθη τους να αρχίσουν να παρασύρουν και σένα και  ακολουθούν και άλλα λάθη και άλλα που δεν διορθώνονται, τώρα έχεις μπλέξει και εσύ. Και όλο να λες θα σταματήσω να βοηθάω  και όλο πάλι να είσαι εδώ, γιατί την τελευταία φορά τον πίστεψα, είναι η τελευταία  φορά. Και μετά ξανά εδώ, ξανά και πάλι, ο δαίμονας αυτός είναι ανάμεσα σας. Και που τελικά συνηθίζεις τόσο πολύ στα δαιμόνια που πλέον εύχεσαι να έρθει η τελευταία, η μοιραία φορά. Και είσαι τόσο προετοιμασμένος να τον  αποχαιρετήσεις  από την ζωή σου, που νιώθεις δυνατός και σίγουρος στο να πεις όχι στο δαίμονα μα κυρίως όχι στον άγγελο που πίστεψες πως ήταν.

       Όμως και πάλι , αυτό που ρώτησα αρχικά, σε στοιχειώνει. Έχεις αλήθεια σκεφτεί ποτέ, τι θα κάνεις αν έτσι γίνει το παιδί σου; Γίνει ο αδελφός σου, που μεγάλωσες μαζί; Γίνει η παιδική σου φίλη; Τότε ο δαίμονας έχει μέρος από σένα, είσαι εσύ σε άλλο σώμα, τότε τι κάνεις;  Τι φταίει και αλλάζουν οι άνθρωποι; Δεν μπορεί, αυτόν τον ξέρω , μεγαλώσαμε μαζί, ήταν ο πιο αστείος τύπος . Αυτή ήταν η κολλητή της κόρης μου, το πιο αξιαγάπητο παιδί στο σχολείο, τι έγινε; Που χάθηκε; Αχ παιδί  μου γιατί μπλέκεις συνέχεια, τι φταίει, τι έκανα;  Τα έχεις σκεφτεί όλα αυτά; Τι κάνεις; Γιατί εγώ τα σκέφτομαι συχνά . Και τρέμω στην ιδέα πως  μπορεί, μια μέρα, να μην αναγνωρίζω το ίδιο μου το παιδί. Πως μπορεί να γίνει εκείνος ο καμένος, ένας γιός φίλων ή η κόρη μιας κολλητής μου. Τρέμω πως  μπορεί να χαθεί όλη αυτή η αγάπη που εισέπραξαν και να γίνει μίσος, να γεμίσει δαιμόνια.

        Διάβασα κάπου πως όλα όσα αναζητάμε σε τούτη τη ρημάδα τη ζωή, συνοψίζονταν σε δύο : αγάπη και αποδοχή. Να μας αγαπούν άνευ όρων και να μας αποδέχονται, έτσι ακριβώς όπως είμαστε. Αυτά λέει αρκούν για να γίνουμε ευτυχισμένοι στη ζωή μας  και να έχουμε ακόμα περισσότερες πιθανότητες να πετύχουμε και να γίνουμε αυτό που ονειρευόμαστε. Μετά θυμήθηκα και έναν  ινδιάνικο μύθο, από τα πρώτα που διάβασα όταν άρχισα να ασχολούμαι με το ιντερνέτ και με είχε συγκλονίσει. Είναι για εκείνους τους δυο λύκους που παλεύουν μέσα μας.

     Και εκεί λέω να καταλήξω: να αγαπώ και να αποδέχομαι, τους πάντες μα κυρίως το παιδί μου.

    Και να «ταΐζω» το λύκο που θέλω να νικήσει.

 

*Για τους δαίμονες που θα θελες να ήταν αλλιώς.

**Ακούς αυτό.

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , | Σχολιάστε

Κλείσιμο σχολείων.

        Έκλεισαν τα σχολεία πριν λίγες μέρες και είμαι σίγουρη πως έχεις πάει, αγαπημένε  και μοναδικέ μου αναγνώστη, σε μια τουλάχιστον σχολική γιορτή. Και λέω σε μια τουλάχιστον γιατί αρχικά έχεις παραπάνω από ένα παιδί και φυσικά υπάρχουν οι δραστηριότητες, οι γιορτές των φροντιστηρίων, των ξένων γλωσσών, του ανιψιού, της βαφτιστήρας και ξαφνικά περνάς το μισό, μην σου πω όλο τον Ιούνιο από αμφιθέατρο σε αμφιθέατρο και από γήπεδο ποδοσφαίρου σε γήπεδο ποδοσφαίρου.

        Και θέλω μέρες τώρα να γράψω για όλα αυτά, από τότε που έκλεισαν τα σχολεία αλλά οι αλλεπάλληλες εκδηλώσεις / αγώνες/ διαγωνισμοί/ γιορτές κλεισίματος των δραστηριοτήτων, δεν με άφηναν. Μα χτες έλαβε τέλος και η  τελευταία εκδήλωση. Κουρτίνα, τέλος σεζόν, πως το λένε.  Οπότε ναι, επίσημα είναι το κλείσιμο της σχολικής χρονιάς. Αρχικά νιώθω εκείνη την ανακούφιση πως επιτέλους αυτός ο αγώνας δρόμου που έκανε, κυρίως, το παιδί μου αλλά και εγώ σαν γονιός συνοδοιπόρος / οδηγός, έφτασε στο τέλος του. Τουλάχιστον για φέτος. Νιώθω πως αυτή η κούρσα που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο, με καινούργιους στόχους, όνειρα, ελπίδες, έλαβε τέλος και έχει στο τέρμα της έναν εξαντλημένο σχετικά γονιό μα ένα ευτυχισμένο παιδί. Ένα παιδί που ανακάλυψε, πειραματίστηκε,  έμαθε τόσα πολλά φέτος –όχι πάντα εποικοδομητικά- που πλέον τώρα, τέλη Ιουνίου, νιώθει σαν να είναι ένα άλλο παιδί με πενταπλάσια γνώση και εμπειρία- οκ υπερβάλλουν μα είναι παιδιά.  Νιώθω πως τελείωσε μια χρονιά και αυτό το παιδί που κάθεται στο πίσω κάθισμα, με τη στολή των γυμναστικών επιδείξεων είναι τόσο μεγαλύτερο από πέρσι, τόσο πιο σοφό και τόσο πιο ισορροπημένο  (ελπίζω )που μου έρχονται δάκρια στα μάτια κάθε που κοιτάζω κλεφτά από το μεσαίο καθρέφτη του αυτοκίνητου.

       Μετά συγκινούμαι, πάντα συγκινούμαι από την ομαδικότητα και τη συνεργασία που έχει με την ομάδα της. Στη γιορτή του  σχολείου, στη γιορτή της ρυθμικής, στη γιορτή της χορωδίας. Με συγκινεί η συνεργασία τους, η τόσο ανεπτυγμένη αίσθηση ομαδικότητας, η έλλειψη ανταγωνισμού (οκ είναι μικρά ακόμη θα μου πεις, θα έρθει και αυτό), η αγάπη και η αφοσίωση, η χαρά της ολοκλήρωσης του χορευτικού. Και οι προπονητές, οι δάσκαλοι. Τόσο κόπο, τόση κούραση, εδώ εγώ δεν αντέχω φορές φορές το ένα παιδί, βάλε αυτούς που έχουν 20 και 30 κάθε φορά. Και καταφέρνουν να έχουνε  ένα αποτέλεσμα που εκτός από δάκρυα στα μάτια, σου φέρνει και περηφάνεια και χαρά, για τα μετάλλια, για τα βραβεία, για την απόλαυση της στιγμής.

       Και τέλος, νιώθω μια νοσταλγία, κάθε μα κάθε φορά, για τα δικά μου κλεισίματα σχολείων, για τα δικά μου ανέμελα καλοκαίρια. Για εκείνα τα καλοκαίρια που είχαν ουσία μόνο όταν υπήρχαν πολλά παγωτά, πολλά μπάνια, πολλα κολλημένα κουκούτσια από καρπούζι στα μπούτια, πολλα κυνηγητά στους δρόμους της γειτονιάς, πολλα βαρετά μεσημέρια με τα τζιτζίκια να σε ζαλίζουν, πολλές χωριάτικες σαλάτες με παπάρες ψωμιού, πολλές βουτιές στη θάλασσα και πολλές μπούκλες μαλλιών αλατισμένες και ξεβαμμένες από τον ήλιο  και πολλά καστράκια άμμου. Και πολλα παγωτά ξανά. Κυρίως παγωτά. Αν ήταν τα καλοκαίρια της ζωής μου φαγητό, θα ήταν παγωτό με γεύση σοκολάτα. Τα σκέφτομαι αυτά κάθε κλείσιμο σχολείων. Σκέφτομαι αν φάνταζαν τόσο σπουδαία στα δικά μου ματιά, να ερχόταν και οι δυο οι γονείς μου (για τον μπαμπά μου αμφιβάλλω), τα μπουγέλα στην αυλή, τους φίλους που έχανα όλο το καλοκαίρι γιατί πήγαιναν στη γιαγιά και στον παππού στο χωριό και που μετά το Σεπτέμβριο γυρίζαν αγνώριστοι και διπλάσιοι και αναρωτιόσουν αν τους είχες γνωρίσει ποτέ. Και μετά, κάπου εκεί στα μέσα του Ιουνίου που έχουν κορυφωθεί οι σχολικές εκδηλώσεις της κόρης μου, θα σκεφτώ γιατί τα καλοκαίρια μου δεν είναι πια όπως τότε, γιατί τα παγωτά πια είναι εχθρός, γιατί το καρπούζι έχει άλλη γεύση, γιατί μεγαλώνοντας  ξεχνάς και μόνο αναπολείς. Και φτιάχνω τα πλάνα για το καλύτερο της καλοκαίρι, βιάζομαι  να τα χωρέσω όλα, για να της φτιάξω αναμνήσεις. Για να αντέξουν μέχρι τις σχολικές γιορτές των δικών της παιδιών και πάει λέγοντας. Και κάθε Ιούνιο, εκεί στην οργάνωση του τέλειου καλοκαιριού για το παιδί μου, διαπιστώνω πως τέτοιο καλοκαίρι δεν υπάρχει. Το τέλειο καλοκαίρι ,δεν υπάρχει. Είναι αυτό που συμβαίνει μεταξύ ενός καλοκαιρινού μεσημεριού που βαριέσαι και μιας βραδιάς που σε βρήκε το ξημέρωμα, στην πλατεία, να κάνεις ποδήλατο. Είναι εκείνο που συμβαίνει μεταξύ μιας βουτιάς στη θάλασσα και ενός ολόδροσου παγωτού. Μεταξύ ενός μπουγέλου στην πλατεία και ενός καλοκαιρινού σινεμά. Είναι αυτό που ζεις και αφήνεις να σε συνεπάρει. Και όπου βγει.

       Φτάνει να έχεις πολλα παγωτά, πολλές αγκαλιές και χαμόγελα , καλή παρέα και καταγάλανη θάλασσα. Όλα τα άλλα έρχονται.

       Καλό καλοκαίρι αγαπημένοι μου.

       Και βαθιές, αναζωογονητικές βουτιές στη θάλασσα .

 

 

*Ακούς αυτό γιατί ταιριάζει.

**Ακούς και αυτό γιατί έχω φάει κόλλημα από το πολύ που το έχω ακούσει στις εκδηλώσεις χορωδίας

Posted in Εμπειρίες, Παιδί, Σχέσεις | Tagged , , , , , , , , , | Σχολιάστε